Δευτέρα, 18 Σεπτεμβρίου 2006

Νέμεση

«Όλα εδώ πληρώνονται»
Η Νέμεση έδρασε και πάλι..
Υπεροψία, αλαζονεία, κακία, προδοσία…
Για όλα έρχεται η ώρα να εισπράξεις.
Το έχω δει τόσες φορές να γίνεται .

Χωρίς να κουνήσω καν το χεράκι μου
Χωρίς να κάνω τίποτα…
Μόνο υπομονή
Kι η απάντηση έρχεται από μόνη της
Η Νέμεση δικαιώνει ή τιμωρεί και η ισορροπία επανέρχεται.
Μόνο που η αθεόφοβη όταν τιμωρεί ,χτυπάει εκεί που πονάει...

Παρασκευή, 15 Σεπτεμβρίου 2006

Στο πατρικό

Μόλις γύρισα απ’το πατρικό.
Μέρες τώρα ήθελα να πάω.
Μα όλο κάτι άλλο βρισκόταν.Ισως και να το απέφευγα.Ισως φοβόμουν.
Σήμερα τ’αποφάσισα.
Το πρώτο σφίξιμο στη σκάλα.Ανεβαίνοντας στην βεράντα.
Η ματιά μου έπεσε στην καρέκλα.Εκεί που τον είχα βρει εκείνη την ημερα.
Δεν ξέρω πως είχα φτάσει …Εθνική…Παραλιακή…Αλίμου…Βουλίαγμένης.
Δεν ξέρω με πόσα έτρεχα…δεν θυμαμαι αν ειχε κίνηση.
Το μόνο που θυμαμαι είναι τον τρόμο μου μην χτυπήσει το κινητό.
Μην χτυπήσει μέχρι να φτάσω …γιατι τότε θα σημαινε πως δεν θα ειχα προλάβει…
Ο πάτερας θα είχε φύγει.
Όμως ήταν εκεί .Με περίμενε.Τον βρήκα καθισμένο στη βεράντα.
Είχε δύσπνοια και πυρετό.Τα ματια του ήταν θολά.Ομως με κατάλαβε.
Η βεράντα γεμάτη γείτονες.Είχαν τρέξει όλοι.
-Ο κυρ-Γιώργος δεν είναι καλά.Ειδοποιησαν ασθενοφορο.Το περιμένουν.
Τα λεπτά μου φαίνονταν αιώνες .Το μυαλό μου δούλευε τρελλά..
Το ασθενοφόρο αργούσε.Κάθισα δίπλα του .Του μιλούσα και του έσφιγγα το χέρι.
Φοβόμουν μην τρομάξει.με την μεταφορα, με την αναστατωση.
Το ασθενοφόρο έφτασε.Ανάσανα.Θα προλάβουμε.
Τρόμαξε την ώρα που τον έβαλαν μέσα επάνω στο φορείο.Ειδα τα ματια του.Κοίταζαν τρομαγμένα την λευκή οροφή..Σωλήνες ,καλώδια.γάντζοι,ζώνες ασφαλείας,οξυγόνα κρεμονταν απειλητικά από πάνω του.
Κάθισα δίπλα του.
Του έπιασα το κεφάλι και τον χαιδεψα Του μίλησα γλυκα καθησυχαστικά. Του έσφιξα το χέρι.Μην φοβασαι πατερούλη .Εδώ ειμαι.Θα ειμαι εγω διπλα σου.
Μου εσφιξε.το χέρι. Δεν του το άφησα μέχρι που φτάσαμε.
Τώρα που το σκέφτομαι συνειδητοποιώ πόσο σημαντικό ήταν για μένα αυτό το σφίξιμο του χεριού.
Ηθελα να με νοιώθει δίπλα του ..κοντά του…ένοιωθα πως τον φυλάω απ΄το κακό..
Συνέχισα να του σφίγγω το χέρι περιμένοντας το γιατρό… τις εξετάσεις …τ’αποτελέσματα… στο ασανσερ όταν τον ανεβαζαν στο δωμάτιο….τις ατελειωτες ώρες που πέρασα δίπλα του αυτές τις 42 ημέρες….
Συνέχισα να του σφίγγω το χέρι εκείνη την μέρα .όση ώρα χρειάστηκε να περάσουν από μπροστά μας όλοι οι χωριανοί για να προσκυνήσουν την σωρό του..
Κι ας ήταν τώρα πια παγωμένο.

Γύρισα το κλειδί στην πόρτα.
Δυσκολευτηκε ν’ανοίξει.
Εξω ειχε νυχτώσει πια Σκοτάδι παντού..Ξέρω τους χώρους καλα και δεν χρειαζόμουν φως. Περπάτησα μέχρι την κουζίνα και πάτησα τον διακόπτη.
Ηταν όλα τόσο γνώριμα. .Το μεγάλο τραπέζι στην μέση και η καρέκλα του στ’άριστερά..Εκεί που καθόταν πάντα..
Αφησα την τσάντα μου στο τραπέζι.
Κάθισα στην διπλανή καρέκλα κι έβγαλα τα τσιγαρα.
Πόσες φορές είχα κάνει την ίδια κίνηση.Πάντα έτσι έκανα.
Μονο που τώρα δεν είχα προηγουμένως σκύψει να τον αγκαλιάσω και να τον φιλήσω.Κι η μαμα δεν στεκόταν απέναντι περιμένοντας να της πω αν θέλω καφέ.
Ξαφνικά συνειδητοποίησα πως δεν θα τον ξαναδω πια εκει.
Πως δεν θα κάτσουμε κι οι τρεις γύρω απ΄το μεγάλο τραπέζι της κουζίνας.
Να περιμένει με λαχταρα να του πω τα νεα μου. Για το σπίτι,για τα παιδιά ,για την δουλειά.
Με πιασε ενας ξαφνικός πανικός.Σηκώθηκα απότομα .Δεν ήξερα που να πάω ,τι να κάνω.
Βρέθηκα στην κρεβατιοκαμαρα.Ειδα τις παντόφλες του δίπλα στο κομοδίνο.
Κοιταξα το άδειο κρεβάτι.
-Μπαμπα ,μπαμπακα που είσαι …ήρθα..
Θυμήθηκα τις μερες ,που ηταν άρρωστος και τον έβρισκα στο κρεβάτι
-Κοριτσάκι μου ήρθες? Έδω είμαι….μου απαντούσε και γύριζε προς την πόρτα για να με δει
Κι ας έλεγαν οι άλλοι πως όλη την ημέρα δεν είχε κουνηθεί καθόλου ….δεν είχε μιλήσει…δεν είχε γνωρίσει κανέναν
Εμένα πάντα με γνώριζε…πάντα μου μιλούσε.
Κατάφερνα και τον σήκωνα, τον έφερνα στην κουζίνα ή στην βεράντα.
Εφτιαχνα καφέ κι αναβαμε μαζί τσιγάρο.
Ελα να το φουντώσουμε παρέα του έλεγα …και γελούσαμε.
Ξέσπασα σ’ένα άγριο κλάμα.Οσο δεν είχα κλάψει τόσες μέρες.
Αρχισα να φωνάζω…
Μπαμπα …μπαμπακα …που είσαι…ήρθα .
Γύριζα άσκοπα στο σπίτι… έκλαιγα και φωναζα.
Τωρα που δεν με ‘βλεπε και δεν μ’άκουγε κανείς μπορούσα να κλάψω όσο ήθελα και να του πω όσα ήθελα..
Γύρω στα δωμάτια φωτογραφίες.
Απ΄τον στρατό …απ΄τον πόλεμο…με την μαμά αρραβωνιασμένοι , με τα παιδιά μου
αγκαλιά, ξανά με την μαμα πριν λίγα χρόνια..
Ακούμπησα την φωτογραφία στο τραπέζι….απέναντι μου …εκεί στην θέση του ..
Ηθελα να μιλήσουμε , να του πω τα νεα μου .
Πατέρα τώρα πια ίσως τα ξέρεις όλα .
Δεν ήταν όπως σου τα ‘λεγα.
Τίποτα δεν πάει καλα. Ούτε στο σπίτι, ούτε με τα παιδιά.
Συγχώρεσέ με πατερα.
Δεν ήθελα να ξερεις τι περναω.
Δεν ήθελα να ξέρεις πόσο πονάω.
Δεν ήθελα να σε στεναχωρήσω…να σου βάλω έγνοιες στο μυαλό …κι ανησυχίες
Ηθελα τα τελέυταια χρόνια της ζωής σου να είναι ήρεμα..γαλήνια,ευτυχισμένα.
Να είσαι ένας ευτυχισμένος πατέρας που βλέπει τα παιδιά και τα εγγόνια του να είναι καλά.
Και να φύγεις ήσυχος…όπως έφυγες.


Όμως τωρα ίσως ξέρεις πατέρα.
-Πατερα βοήθα.,,,
-Βοήθησέ με να τα βγάλω πέρα….ν’αντέξω

Κυριακή, 3 Σεπτεμβρίου 2006

Ηλιοβασιλέματα...


Τελευταία ηλιοβασιλέματα...
Τελευταίες ημέρες...
Δεν θέλω να τελειώσουν...δεν θέλω να φύγω.
Ενα δύσκολο καλοκαίρι
Ενα άγνωστο που περιμένει.
Περιμένει να το συναντήσω ...
..και να το αντιμετωπίσω.
Δεν το φοβαμαι
Μόνο κουράστηκα...