Κυριακή, 14 Μαΐου 2006

Αρωμα βανίλιας

Βγήκε απ΄το υπόγειο σταθμό στην μεγάλη λεωφόρο.
Εστριψε αριστερά και προχώρησε στην ανηφόρα.
Ειδε το μικρό εκκλησάκι στην κορυφή του λόφου και την σημαία να κυματίζει .
Ναι... εδω κάπου είναι .Σωστα κατέβηκε.... εδώ σε κάποιο στενό πρέπει να κάνει δεξιά.
Είναι εκεί δίπλα σε μια πρεσβεία ....της Σουηδίας......της Ελβετίας ...δεν θυμαται καλά.
Συνέχισε ν’ανεβαίνει την ανηφόρα ,πέρασε το πρώτο,το δεύτετο ,το τρίτο στενό

και άρχισε ν’άνησυχεί.
Μα που στο καλό είναι ? Τόσο λάθος να θυμαται?
Το τελευταίο στενό ήταν κι η τελευταία του ελπίδα.
Πανικός τον κυρίεψε.
Κι αν δεν ήταν ούτε εδώ?
Κοίταξε βιαστικά το ρολόι του .Είχε ακόμα ενα τέτατρο στη διάθεσή του .
Ευτυχώς ειχε χρόνο ακόμα να ψάξει στους διπλανούς δρόμους.
Είδε την κόκκινη σημαία με τον λευκό σταυρό .
Επιτέλους ! εδώ ειναι ...σκέφτηκε
Προχώρησε προσεκτικά πάνω στις ανασηκωμένες πλάκες του πεζοδρομίου και διάβασε την μικρή χρυσαφένια πινακίδα « Embassy of Switzerland»
Της Ελβετίας ήταν λοιπόν σκέφτηκε ....και θυμήθηκε τον Αρθουρ.
....τον Αρθουρ? ...πώς του ήρθε πάλι αυτός στο μυαλό?
Μα πως να μην του έρθει ... ήταν ο μονος Ελβετός που γνώριζε......
παιδί κι αυτό ...άλλος περίεργος....

Ηταν ένα γλυκό ανοιξιάτικο απόγευμα.
Οι ακακίες είχαν ανθίσει στο απέναντι πεζοδρόμιο κι έστεκαν στολισμένες στη σειρα.
Τα πρώτα φώτα είχαν αναψει εδώ κι εκεί στα δωμάτια των σπιτιών και πίσω απ’την μισοτραβηγμένη κουρτίνα είδε το δωμάτιο φωτισμένο με εκείνο το ζεστό απαλό φώς..
Φαινόταν άδειο .
Ξανακοίταξε το ρολόι του .Είχε ακόμα επτά λεπτά.
Ισα-ισα για ένα τσιγάρο.
Το άναψε , ρούφηξε με μανία κι έβγαλε προς τα πάνω με δυναμη τον καπνό .
Το χρειαζόταν τώρα αυτό
Ρούφηξε ξανα και ξανα κι έριξε μια κλεφτή ματιά στο δωμάτιο.
Καμία κίνηση ...καμία αλλαγή.
...είχε περάσει τόσος καιρός ... Πόσος αλήθεια?
Χμ..πρέπει να ήταν τέλη της προηγούμενςη άνοιξης ..σκέφτηκε
Εχουν περάσει λοιπόν 10-11 μηνες
Μόνο 10 μήνες ? ...του φάνηκε αιώνας
Θυμήθηκε την τελευταία φορά που είχε έρθει ξανα εδώ .
Τελικα του είχαν κάνει καλό αυτές οι επισκέψεις
..ομως δεν ήξερε...δεν ήξερε τι τον περιμενει ακόμα ...
Σαν ταινία σε fast motion πέρασαν χιλιάδες εικόνες μπροστά του
Σκληρές εικόνες, εικόνες δύσκολες ,εικόνες που πονανε ....

Εβγαλε απότομα το τσιγάρο απ’το στόμα,το πέταξε κάτω και το πάτησε με δύναμη .
Ανέβηκε γρήγορα τα λιγοστα σκαλιά και πάτησε το κουδούνι.
Ακουσε τον γνωριμο ηχο ,έσπρωξε την πόρτα και προχώρησε στο βάθος της εισόδου .
Η πόρτα του δωματίου ήταν μισάνοιχτη .
Κοντοστάθηκε για λίγο και την έσπρωξε δειλά.
Ολα εκεί ήταν τόσο γνώριμα! .
Αυτή η ήρεμη ατμόσφαιρα,.το απαλό φως απ’το φωτιστικό στο δάπεδο ,
στο τοίχο ο πίνακας του Van Gogh με τα κυπαρίσσια κι εκείνο το τόσο γνωστό απαλό άρωμα βανίλιας ανακατεμένο με το ζεστό άρωμα του καπνού.

Kαι το είδε εκει ...απέναντί του ...
Εστεκε όπως πάντα ...ντυμένο με το απαλό, ακριβό του δέρμα ….τα χρυσά καρφιά του…..
τα δρύινα πόδια του ,μ’ εκείνο το ελαφρύ ,λιτό σκάλισμα στο πίσω δεξί του πόδι.
Πέρασαν λίγα δευτερόλεπτα κι έστεκε ακόμα εκεί αμήχανα ,χωρίς να ξέρει πως ν’άρχίσει.....
Ενα ελαφρύ τρίξιμο τάραξε την απόλυτη σιωπή του δωματίου
Ηταν εκείνη η γνώριμη σούστα..........

Λοιπόν τί σ’έφερε πάλι εδώ ?.... είπε το ντιβάνι

Δεν υπάρχουν σχόλια: