Τετάρτη 1 Αυγούστου 2007
Παρασκευή 27 Ιουλίου 2007
Παρασκευή 20 Ιουλίου 2007
Και η Κορώνη στην πυρά....
Επτα χιλιάδες στρέμματα από θαμνώδεις και καλλιεργημένες εκτάσεις παραδόθηκαν στην πυρά.
Εκατονταδες αγρότες είδαν τις ελιές και τ'αμπέλια τους να γίνονται στάχτη.
Στην περιοχή βασική καλλιέργεια από εκατοντάδες χρόνια η ελιά και η σταφίδα .
Κατάφυτη η περιοχή από αιωνόβιες ελιές που ακόμα δίνουν τον πολύτιμο καρπό τους.
Αμπέλια από πάππου προς πάππου καλλιεργούνται ακόμα .
Κάθε Σεπτέμβρη αυτοσχέδια πατητήρια στήνονται στους αμπελώνες.
Συναγωνισμός ποιός θα φτιάξει το καλύτερο κρασί.
Κι απ΄τις αρχές κάθε Δεκέμβρη βουίζουν οι ελαιώνες απ'τα πριόνια και τα κοντοράβδια ,καθώς αρχίζει το μάζεμα της ελιάς .
Εφτασαν λίγες ώρες μαζί με την ανικανότητα κάποιων υπεύθυνων για να μετατραπούν σ'ενα γκρίζο τοπίο
καταπράσινοι λόφοι και λαγκάδες.
Εζησα το κακό απ'την αρχή του καθώς χθές το μεσημέρι γυρίζοντας από την θάλασσα αντίκρυσα το μαύρο καπνό πάνω απ'το χωριό.
Υπολογίζοντας πως ο καπνός ερχόταν απ'το σημείο που βρίσκεται ο αιωνόβιος ελαιώνας μας έτρεξα με αγωνία να δω τι συμβαινει.
Ευτυχώς είχα υπολογίσει λάθος.
Η φωτιά ήταν αρκετά μακριά ,όπως εμαθα είχε αρχίσει πριν μια δυο ώρες σε μια δύσβατη περιοχή κι έκαιγε
προς το παρόν θάμνους.Απνοια στην περιοχή κι ένα πυροσβεστικό όχημα σε ετοιμότητα περίμενε την φωτιά στο κοντινό επαρχιακό δρόμο.
Κι ως εδω καλά.
Δυό ώρες αργότερα βλέποντας να εξακολουθούν οι καπνοί ξαναπήγα στο σημείο.
Η φωτιά είχε τωρα περάσει την κορυφογραμμή ,έγλειφε όλη την πλαγια κι απειλούσε το διπλανό χωριό.
Στους δρόμους αγρότες με τρακτέρ εφοδιασμένα με βυτία νερό ,αυτά που χρησιμοποιούν για τους ψεκασμούς των χωραφιών τους ,έτρεχαν άλλοι για να προφυλάξουν το σπίτι τους κι άλλοι να σβήσουν την φωτιά που έκαιγε τις ελιές τους.
Το πυροσβεστικό όχημα περίμενε τωρα στην είσοδο του χωριού μαζί με τους κατοίκους και τα λάστιχα.
Γι άλλη μια φορά κακή εκτίμηση του κινδύνου μαζί με κρατική ανεπάρκεια .
Ηταν αργα όταν φάνηκε το ελικόπτερο
Το ίδιο βράδυ η φωτιά είχε πάρει ανεξέλεγκτες διαστάσεις ,τα εναέρια μέσα είχαν αποχωρήσει κι οι τεράστιες φλόγες απειλούσαν άλλα δύο χωριά.
Τωρα είχαν τρέξει όλοι.Κι οι νομάρχες κι οι βουλευτάδες .
Ιδίως οι τελευταίοι ...για να συμπαρασταθούν στους ψηφοφόρους!
Αργά την νύχτα γύρισε ο αέρας και σώθηκαν τα χωριά.
Σήμερα νέες αναζωπυρώσεις κι εκείνο το ερημο το ελικόπτερο πάνω-κατω μέχρι αργα το βραδυ ,κόντεψε ν'αδειάσει όλον τον Μεσσηνιακό.Βλέπεις ήταν κι άλλη φωτιά.Απέναντι απ'την Μάνη βλέπαμε κι άλλους καπνούς.Τρεις μέρες καίγονταν εκείνοι!
Απ'ολη την περιπέτεια αυτό που έμεινε ήταν η πραγματικά αγωνιώδης προσπάθεια των ελάχιστων πυροσβεστών ,των πιλότων και των κατοίκων μαζί με τα 7.000 καμένα λιόδεντρα και τα αμπέλια.
Ευτυχώς δεν υπήρξαν ανθρώπινα θύματα και δεν κάηκαν σπίτια.
Ο Βύρων θα μας πει πως κερδίσαμε μια μάχη.
Η σοδειά όμως κάηκε για φέτος και για κάμποσα ακόμα χρόνια.
Κι ένα γκρίζο τοπίο να χάσκει θυμίζοντάς μας την ανικανότητα κάποιων,που κανονίζουν τις τύχες μας..
Τετάρτη 18 Ιουλίου 2007
Πέμπτη 12 Ιουλίου 2007
Που είναι η Μαριέττα ....?

Χιλιάδες παιδιά αγωνιούν.
Μαζί τους κι άλλοι τόσοι γονείς.
Ραδιόφωνα και τηλεοράσεις απ'το πρωί ως το βράδυ ασχολούνται με το θέμα.
Ενας από τους τελευταίους¨"αδιάβλητους θεσμούς" τρώθηκε ανεπανόρθωτα.
Μαζί του κι η εμπιστοσύνη των νέων σ'ότι φαινόταν να'χει απομείνει όρθιο .
Που είσθε κ.Γιαννάκου?
Γιατί κρυφτήκατα σαν το ποντίκι?
Μας είναι γνωστή πια η τακτική σας.
Πρώτος διδάξας ο κ.Πρωθυπουργός μας.
Εξαφανίζεστε κάτω απ΄τις καρέκλες σας ,όταν το θέμα χαλάει το image σας.
Σφυρίζετε αδιάφορα όταν ξεσπάνε σκάνδαλα.Σαν το θέμα να μην σας αφορά !
Μα κυνηγάτε τις κάμερες μ'ένα μόνιμο ηλίθιο χαμόγελο κάνοντας περισποούδαστες δηλώσεις όπου δείτε μικρόφωνο, όταν πιστεύετε πως μπορείτε ν΄αρπάξετε καμιά ψήφο.
ΕΧΕΤΕ ΙΕΡΗ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ κ.Γιαννάκου!!
Αν όχι σε όλους εμάς ,ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ!!
Που ζητάνε να τους δώσετε πίσω τα κλεμμένα όνειρά τους .....
Σάββατο 7 Ιουλίου 2007
Desert
Τετάρτη 27 Ιουνίου 2007
Ellis island...Ψάχνοντας στ'αρχεία....

Με αφορμή το προηγούμενο ποστ έψαξα ξανά για το κομμάτι εκείνο της οικογένειας που αποκόπηκε ζητώντας μια καλύτερη τύχη παρασυρμένο απ'το κύμα της μετανάστευσης στις αρχές του προηγούμενου αιώνα .
Δεν ήταν ακριβώς κομμάτι.
Ολη η οικογένεια ήταν.
Η αλήθεια είναι πως εδώ ένα κομμάτι της μόνο έμεινε .
Κι αυτο γιατί άλλαξαν οι συνθήκες και οι ανάγκες.
Ετσι λοιπόν ψάχνοντας το γενεαλογικό μου δέντρο ένα κλαρί του βρήκα.
Αυτό που τυχαία απόμεινε ,αναγκασμένο να συνεχίσει την μοναχική του πορεία.
Τ'αλλα έσπασαν ενα-ένα ,τα πήρε ο σίφουνας που χτύπησε τη χώρα ,τσ ΄στειλε αλλου να ριζώσουν.
Εχουν περάσει 105 ολόκληρα χρόνια και η εξέλιξη της τεχνολογίας μαζί με την συνήθεια των Αμερικάνων να " φακελλώνουν "ότι κινείται στην χώρα τους -και όχι μόνο -αποδεικνύεται για μια φορά χρήσιμη.
Ωρες παλεύω ψάχνοντας τ' αρχεία.
Είναι βλέπεις και πολλοί οι εμιγκρέδες.
Τ' όνομα δύσκολο για τους Αμερικάνους γραμμένο αλλού σωστά ,αλλού λάθος .
Μα τους βρήκα και τους βρήκα όλους .
Τον πατέρα του παππού και την μάννα του.
Τα αδέλφια και τις αδελφές του.
Ολους αυτούς που γνώρισα απ'τη μεγάλη φωτογραφία στο σαλόνι της γιαγιάς .
Απ'τις φωτογραφίες που έρχονταν μαζί με τα γράμματα.
Κι απ΄τις ιστορίες που διηγόταν ο παππούς τα βράδια του καλοκαιριού στο σπίτι του χωριού .
Ξαπλωμένοι στην αυλή πάνω στις κουρελούδες ,με μοναδικό φως το φως των αστεριών ,συντροφιά με τα τριζόνια,τους γκιώνηδες και τις κουκουβάγιες ακούγαμε τον παππού να διηγείται πως έφυγαν τότε οι γονείς και τα αδέλφια του ,πως δούλεψαν κια προόδεψαν στη νέα τους χώρα και πως έγινε αυτός μόνο να μείνει πίσω.
Τότε που του 'χαν στείλει ήδη τα λεφτα για το εισιτήριο ,τότε που όμως βρέθηκε στο μεγάλο δίλημμα
Ηρθαν πίσω όλα αυτά καθώς τα μάτια τρέχουν στις γραμμές.
Ημερομηνία άφιξης ,όνομα κι επάγγελμα,ηλικία,ύψος και χρώμα ματιών .
Από που έφυγε και ποιόν άφησε πίσω.
Ποιος τον κάλεσε και που θα πάει
Ολα αυτα που ξαναζωντάνεψαν στις Mνήμες
Κυριακή 17 Ιουνίου 2007
Ellis Island ..Το νησί των δακρύων
Από 1892 έως το 1954, πάνω από δώδεκα εκατομμύρια μετανάστες πήγαν στις Ηνωμένες Πολιτείες μέσω του Ellis island ένα μικρό νησί στο λιμάνι της Νέας ΥόρκηςΟι εγκαταστάσεις του νησιού άνοιξαν σαν πύλη μεταναστων την 1η Ιανουαρίου 1892
Η Annie Moore, μια μικρή ιρλανδέζα 13 χρονών ,που συνοδευόταν από τους δυό της αδελφούς ήταν ο πρώτος πρώτος μετανάστης που καταγραφηκε στο νησί .
Καράβια απ’όλα τα λιμάνια της Ευρώπης μεταφέρουν φτωχούς μετανάστες στη «γη της επαγγελίας»
Μεγάλο ρόλο έπαιξαν και οι πράκτορες των μεταναστευτικών γραφείων και των ατμοπλοϊκών εταιρειών που διαφήμιζαν τον πλούτο και τις ευκαιρίες που παρουσιάζει η Αμερική. Ενδεικτικό του ότι οι Έλληνες πήγαιναν με πρόθεση να μείνουν προσωρινά στην Αμερική, είναι το γεγονός ότι έφευγαν μόνο άντρες σε αντίθεση με τους μετανάστες από άλλες χώρες. Έτσι άδειαζε ο τόπος από το πιο ζωντανό και παραγωγικό κομμάτι του πληθυσμού. Έφευγαν οι Έλληνες, με την ελπίδα να γυρίσουν σύντομα με χρήματα, για να ξεχρεώσουν το κτήμα τους, να κάνουν μια δουλειά στον τόπο τους, να προικίσουν τις αδελφές τους. Και βέβαια κύρια για να γλιτώσουν από την πείνα, τη δυστυχία και την εκμετάλλευση που βασίλευαν στην πατρίδα τους. Δεν ήξεραν όμως συνήθως τι τους περίμενε εκεί.Μέχρι το 1907 το ελληνικό μεταναστευτικό κύμα προς την Αμερική το διακινούσαν ξένες ατμοπλοϊκές εταιρίες. Οι δύο πρώτες ελληνικές εταιρίες «Μωραΐτης» (1907-1908) και «Υπερωκεάνιος Ελληνική Ατμοπλοΐα» (1910 - 1912) που προσπάθησαν να δημιουργήσουν ελληνική υπερατλαντική γραμμή απέτυχαν και οδηγήθηκαν σε χρεοκοπία. Η «Εθνική Ατμοπλοία της Ελλάδος» των αδελφών Εμπειρίκου όμως, κυριάρχησε στο χώρο των υπερωκεανίων για 30 ολόκληρα χρόνια (1908-1937). Άρχισε τις εργασίες της με την παραλαβή το 1909 από τα αγγλικά ναυπηγεία του υπερωκεάνιου «Πατρίς»
Αν κρίνουμε από τις «φρικτές» συνθήκες διαβίωσης κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, στα μεταναστευτικά υπερωκεάνια, ιδιαίτερα εκείνα της πρώτης περιόδου (1907-1937), οι μετανάστες θεωρούνταν «φορτίο». Αρκεί να σκεφτούμε ότι πλοία μόλις 5-6 χιλιάδων τόνων, μετέφεραν έως 1.200-1.300 επιβάτες, σε ταξίδια που συχνά ξεπερνούσαν τις 20-22 ημέρες. Οι δοκιμασίες των φτωχών μεταναστών, οι οποίοι ελάχιστα νοιάζονταν για ανέσεις, που ποτέ άλλωστε δεν είχαν γευτεί, άρχιζαν πολύ πριν το ταξίδι. Οι περισσότεροι αγνοούσαν τις μεγάλες δυσκολίες που τους περίμεναν στο Νέο Κόσμο, τον οποίο εκατοντάδες μεσίτες μετανάστευσης (επάγγελμα που ανθούσε τα χρόνια εκείνα), παρουσίαζαν ως νέα Γη της Επαγγελίας. Με την ελπίδα λοιπόν ότι στην ξένη χώρα θα αποκτήσουν ό,τι χρειάζονται για να επιστρέψουν εφοδιασμένοι για μια καλύτερη ζωή, αγωνίζονταν να πάρουν την πολυπόθητη άδεια μετανάστευσης για την Αμερική, τόπο απαγορευμένο για παράδειγμα σε όσους υπέφεραν από τραχώματα (διαδεδομένη νόσο την εποχή εκείνη). Όσοι τα κατάφερναν, πριν την επιβίβαση στο πλοίο, υποβάλλονταν σε ξεψείριασμα και εμβολιασμό.
«Τρεις μέρες προχωρήσαμε, την Τρίτη νύχτα μεσάνυχτα, το πλοίο χάλασε, χωρίς να καταλάβουμε τίποτα εμείς. Μονάχα οι πλοίαρχοι και οι μηχανικοί το ήξεραν και αντί για μπρος γύριζε πίσω. Το διόρθωσαν και άρχισε πάλι να πηγαίνει, αλλά ψεύτικο διόρθωμα, έκανε μονάχα οκτώ μίλια. Δύο ώρες με τα πόδια, μια με το πλοίο Αυστροαμερικάνα. Έγερνε και στα πλάγια. Τεντωνόμασταν χάμω και πιάναμε το νερό της θάλασσας όταν ήταν γαλανή. Όταν ο καιρός ήταν μαύρος, φίδια μας έτρωγαν. Η ψυχή του κόσμου ήταν βυθισμένη στο φόβο. Για φαγητό έσφαζαν και μας έδιναν κάτι παλιάλογα. Καμιά εβδομάδα τη βγάλαμε μ΄ αυτά που είχαμε ψωνίσει στην Πάτρα, αλλά σωθήκανε. Μας έδιναν κάτι ρέγκες με σκουλήκια, χαλασμένες τις πετάγαμε. Ζούσαμε μέσα σ΄ αυτή τη φρίκη, από κάτω θάλασσα και από πάνω ουρανός. Έπειτα άρχισε να κοχλάζει η ψείρα. Κάθονταν όρθιες στα πανωφόρια των επιβατών, άσπρες με ουρά. Σε λίγες μέρες με την αργοπορία του πλοίου, το νερό λιγόστεψε. Τρεις χιλιάδες κόσμος που ήμασταν μέσα διψάσαμε. Μαζευόμασταν μυρμήγκια με τις βίκες μπροστά στα ντεπόζιτα και κει γινόταν χαλασμός».
Φθάνοντας στην Νέα Υόρκη το πλοίο περνώντας κοντά από το άγαλμα της Ελευθερίας κατέληγε σε ένα από τους «ντόκους» στο Μανχάταν ή απέναντι στο Χομπόκεν. Εκεί αποβιβάζονταν οι επιβάτες της πρώτης και δεύτερης θέσεως και ξεφορτώνονταν οι αποσκευές τους για να περάσουν από τον τελωνειακό έλεγχο. Οταν αυτός τελείωνε οι επιβάτες παραδίδανε τις αποσκευές του σιδηροδρόμου και χάνονταν στο πολύβουο Μανχάταν.
Ο Γιάννης Κάλυκας , ο οποίος ήρθε (στην Αμερική) στα 17 του το 1926 λέει: 











οι μετανάστες, ύστερα από τις ατελείωτες αυτές ταλαιπωρίες πατούσαν επιτέλους το έδαφος της νέας Γης της Επαγγελίας, όπου άλλου είδους περιπέτειες άρχιζαν γι΄ αυτούς....αφού κάνετε απλή εγγραφή μπορείτε ν’αναζητήσετε
ονόματα δικών σας ανθρώπων επιβατών που κατέφθασαν και επιβιβάστηκαν στο νησί.

Το πλοίο με το οποίο έφτασαν

http://www.ellisisland.org/
http://www.tsamantas.com/leute/index.html
http://www.latinamericanstudies.org/ellis-island.htm
Κυριακή 10 Ιουνίου 2007
Μια νεα τάξη στις φυλακές.

Τα σωφρονιστικα καταστηματα μεχρι προτινος χωρος εναπόθεσης κοινωνικων αποβλήτων ,μιασματων ,ατομων του περιθωριου γνωρίζουν πλεον ημερες" δόξης λαμπράς ".
Μελη της "καλης" κοινωνίας επισκεπτονται όλο και συχνότερα τα ευάερα και ευήλια διαμερισματα των εν λογω καταστηματων και μερικα απ’αυτά παραμενουν και για
"διακοπάς μακρας διαρκειας."
Οι ελληνικες φυλακες εχουν γινει πλεον " δημοφιλης προορισμός"
Οι σωφρονιστικοί υπάλληλοι καλούνται να εξυπηρετήσουν από τον απλό κλεφτοπορτοφολά μεχρι τον κ. Πρύτανη και την κ.Ανακριτρια.
Και ενδιαμεσα γιατρούς,μηχανικούς,δικηγόρους ,επιχειρηματιες,
Το υπουργειο Δικαιοσύνης προκειται να ζητησει αυξηση των δαπανων για την σιτιση των κρατουμενων και ειδικα σεμιναρια πραγματοποιουνται στα μαγειρεια των φυλακών προκειμενου το καθημερινό μενου ν’ανταποκρινεται στις γκουρμέ απαιτησεις των νεων του πελατων.
Ευτυχως οι νεες φυλακες που κατασκευαζονται σ’όλη την χωρα μπορουν να προσφέρουν συνθηκες διαμονής τριων αστερων ,ικανες να ικανοποιουν τους υψηλους τους πελατες.
Τα κλεφτρόνια ,οι ξεπεσμενες πόρνες και οι μπουκαδόροι κρυφογελουν χαιρεκακα
υποδεχόμενοι στα κελια τους "συναδελφους" σφυριζοντας μεσα απ΄τα δόντια τους.
«Μεσα κι εσεις ρε πούστηδες…ηρθε και η σειρα σας!»
Οι νεοεισερχομενοι παρατηρούν εκπληκτοι το νεο τους περιβαλλον ,παραδίδουν το laptop και την συλλεκτική τους πένα στον φυλακα και τακτοποιουν προσεκτικα το Αρμανι
Και αυτή είναι η εύθυμη πλευρα του θεματος.
Υπάρχει και η άλλη .Η θλιβερή.
Αυτή της κοινωνίας της διαφθοράς.
Αρχες,αξίες,ιδανικα ,θεσμοι καταρρεουν καθημερινα .
Καποτε κοιταζαμε με δεος και σεβασμό τον πανεπιστημιακό μας δάσκαλο να μας διδασκει στα αφιθεατρα .
Καποτε θεωρουσαμε αξιοσεβαστο τον κάθε δικαστη κι ειχαμε εμπιστοσυνη στην κρίση και την αποφασή του.
Ο νεος πήγαινε στις αιθουσες των πενεπιστημιων πεπεισμενος πως θα μορφωθεί.
Ο αδικημενος πηγαινε στις αιθουσες των δικαστηρίων πεπεισμενος πως θα δικαιωθεί.
Σημερα τα δυό αυτά θεμελια μιας κοινωνιας , η παιδεια κι η δικαιοσυνη έχουν τρωθεί ανεπανόρθωτα.
Οι υψηλές ποινες που επιβαλλονται άκριτα είναι κινησεις μόνον εντυπωσιασμου.
Μια αγωνιωδης προσπαθεια να εξορκιστει το αμαρτωλό παρελθον και να επανακαμψει η δικαιοσυνη άσπιλη κι αμολυντη.
Η ελευθερη κριση και βουληση των δικαστων πνιγεται κατω από την απειλή πως μια γενναία απόφασή τους μπορεί να κριθεί παρανομη ή εσφαλμένη ,αν δεν είναι αυστηρή.
Και πέφτουν βροχή οι προφυλακίσεις
-Πήγαινε τωρα μεσα και θα δικαιωθείς στο δικαστηριο.
Το κλεφτρόνι εξαντλεί τα όρια της προφυλάκισης .
Ο μεγαλοεπιχειρηματίας βγαίνει με την πρώτη αίτηση αποφυλάκισης ,επικαλούμενος "λόγους υγείας",που γίνονται δεκτοί
Και πέφτουν τα χρόνια σαν στραγαλια στις ποινές.
-Πήγαινε τωρα μεσα και θα δικαιωθεις στο εφετειο.
Κι αν αθωωθείς στο εφετείο "δεν συντρέχει λόγος αποζημίωσης"
Τετοια δικαιοσυνη θελουμε?
Που να εξαντλει την αυστηροτητα της για δημιουργία εντυπώσεων?
Τετοιους δικαστες θελουμε?
Που εξαντλουν το θαρρος τους στην αυστηρή τήρηση του τύπου,αγνοώντας την ουσία ?
Μα πρωτα στο δικό της.
Η γυναικα του Καισαρα δεν πρεπει μονο να φαινεται τιμια.
Πρεπει και να είναι.
Πέμπτη 7 Ιουνίου 2007
Μαλβίνα
(3/2/1954 - 7/6/ 2002)Σήμερα, ξύπνησα άρρωστη. Με μια εικόνα σφηνωμένη στο μυαλό μου. Αγελάδες. Με μάζεψαν όπως όπως. Γυμνή. Το υπνοδωμάτιό μου σαν τη Λέρο. Ανάμεσα στα σεντόνια μου μισοσαπισμένα φρούτα. Τους σιχτίρισα. Δεν πτοήθηκαν. Κάτι θα ξέρουν. Αφέθηκα. Με έβαλαν σ’ ένα δωμάτιο κρεμ. Άθλιο. Παράγωνο. Ψεύτες. Είναι λέει η σουίτα. Ξέρω τι μου ετοιμάζουν. Κάνω τον ψόφιο κοριό. Κουβαλάνε όλα τους τα φασιστικά τεχνάσματα. Ορροί. Κομψοτεχνήματα παρακεντήσεων. Περίλυποι γιατροί. Τους λέω όλους “Στέλιο”. Νευριάζουν. Ασπροντυμένες, με τρυφερά νύχια νοσοκόμας ή με νύχια κομμώτριας. Δίχως πρόσωπο αυτές. Μόνο γυαλιά και ανταύγειες... Τον Εγγονόπουλο θα ζήσω. Μουγκά λοιπόν. Ούτε κιχ. Έκανα πως κοιμάμαι. Έσκυβαν να δουν αν αναπνέω. Ξαφνικά κι απροειδοποίητα, πετούσα δυο τρεις λέξεις απειλητικές. Σαν παραλήρημα. Πανικοβάλλονταν. Λούηδες κι έξω από την πόρτα. Μην κλειδώσεις, είπα... Για να ξαναμπούν. Να τις ξανατρομάξω. Να ξαναφύγουν. Εγώ η ψευτοάρρωστη. Και υγιής. Το ξέρω. Κι αυτοί το ξέρουν. Μου στήσανε τον Κάφκα για να με δοκιμάσουν. Κι άντεξα. Πρώτη φορά στη ζωή μου ξεπέρασα τις προβλέψεις τους για μένα. Κι άντεξα. Θα στοιχημάτιζαν δισεκατομμύρια ορρούς για το αντίθετο. Και τα ‘βγαλα πέρα ένα χειμώνα, ένα καλοκαίρι, έτσι όπως κανείς δεν είχε ποτέ φανταστεί και ιδίως εγώ...
Προχωρημένο Σεπτέμβριο άνοιξα αργά τα μάτια. Ήταν η πρώτη φορά που δεν τους αποπήρα. Σήμερα. Άρχισαν να πλησιάζουν έρποντας. Άφηναν πίσω τους σάλιο ή ίχνη δακρύων. Έβγαλα το τσαντάκι με τα καλλυντικά: πούδρες, κραγιόν, τέτοια. Καθρεφτίστηκα στο γυάλισμα του σάλιου τους και βάφτηκα. Ξεθάρρεψαν. Ήρθαν κι άλλοι. Αργά. Γύρω μου. Περίεργοι. Έβγαλα κι εγώ το χέρι από την κουβέρτα. Τίναξα την πεταλούδα του ορρού σαν μπριγιάν πανάκριβο. Που πρέπει να το δει η άλλη. Να καταλάβει πόσο με προτιμάει ο άντρας μου. Αυτηνής δε θα της πάρει ποτέ ολόιδιο και πανάκριβο. Αυτή σε καμιά γωνιά στρίμωγμα, σε κάνα μοτέλ με άλλο όνομα. Εγώ επίσημη. Κι ακριβή. Τρομάξαν με την αγέρωχη κίνηση του χεριού μου. Σκύλες, όλες κρύβετε μέσα σας μια μορόζα έτοιμη να μοιχεύσει με τον άντρα τής αξιοπρεπούς φίλης σας. Πισωπατήσατε δειλοί συνωμότες. Την ξέρετε την κίνηση. Αναγνωρίσατε την ανωτερότητα της νόμιμης. «Πίσω και σας έφαγα». Όχι. Το ‘πνιξα. Σιγά μην προδοθώ πριν να σας απορυθμίσω παντελώς και ολοκληρωτικά. Τα άσπρα σάς μαράνανε.
Το χέρι άνοιξε την τσάντα. Έκανα πως ψάχνω πεντοχίλιαρα. Αν εδώ είναι όντως νοσοκομείο, έχω μάθει πως τα λεφτά και νεκρούς ανασταίνουν. Ζυγώσατε ξανά. Και την επιταγή θέλετε. Ας είναι μεταχρονολογημένη. Αρχίσατε να ονειρεύεστε πως θα μου χώσετε φαρμακωμένους ορρούς και άλλα τέτοια τελειωτικά. Πριν με ξεκάνετε να με πιέσετε να βάλω την υπογραφή από πίσω. Να πάτε να εισπράξετε. Φτωχοδιάβολοι. Λες και δεν σας είχα δει που ψάχνατε την τσάντα μου ενώ λαγοκοιμόμουν. Δυστυχισμένα ορφανά. Ευτυχώς που εγώ γλίτωσα και δεν είμαι πλέον σαν κι εσάς. Και χόρτασα. Και λεφτά. Και οικογένεια κι αγάπη. Κυρίως αγάπη. Στο μέτωπο αγγίγματα-φιλιά. Και πλάι στα χείλη. Εγώ που μέχρι πέρυσι αν με άγγιζες ακόμα και εξ αποστάσεως, ούρλιαζα «πίσω μου σε έχω σατανά».
Εγώ χόρτασα. Ένα χειμώνα αγάπη.Μια άνοιξη ελπίδα. Κι ένα καλοκαίρι προοπτική. Ολόκληρο προοπτικές. Εγώ, η ξεγραμμένη. Χρειάστηκε να ξεγραφτώ για να μπορέσω και να συμμορφωθώ και να αγαπήσω και να αγγίξω και να ανταποδώσω και τα πάντα. Εγώ. Όχι πια ορφανή. Γεμάτη. Επαρκής. Μισοσίγουρη. Και “ωραία”, όπως με ήθελα. Με μακριά μαλλιά. Να ερεθίζουν ώμους και πλάτη.
Κυριακή 3 Ιουνίου 2007
Ονειρο καλοκαιρινου μεσημεριου

Χτές βράδυ δεν κοιμηθήκαν καθόλου τα παιδιά.
Είχανε κλείσει ένα σωρό τζιτζίκια στο κουτί των μολυβιών
και τα τζιτζίκια τραγουδούσαν κάτου απ'το προσκεφάλι τους
ένα τραγούδι που το ξέραν τα παιδιά από πάντα
και το ξεχνούσαν με τον ήλιο.
Χρυσά βατράχια κάθονταν στις άκρες των ποδιών
χωρίς να βλέπουν στα νερα την σκιά τους
κι ήτανε σαν αγάλματα μικρά
της ερημιάς και της γαλήνης.
Τότε το φεγγάρι σκόνταψε στις ιτιές κι έπεσε στο πυκνό χορτάρι.
Μεγάλο σούσουρο έγινε στα φύλλα.
Τρέξανε τα παιδιά ,πήραν στα παχουλά τους χέρια το φεγγάρι
κι όλη τη νύχτα παίζανε στον κάμπο.
Τώρα τα χέρια τους είναι χρυσά ,τα πόδια τους χρυσά,
κι όπου πατούν αφήνουνε κάτι μικρά φεγγάρια στο νοτισμένο χώμα.
Μα ευτυχώς οι μεγάλοι που ξέρουνε πολλά ,δεν καλοβλέπουν.
Μονάχα οι μάνες κάτι υποψιάστηκαν.
Γι αυτό τα παιδιά κρύβουνε τα χρυσωμένα χέρια τους
στις άδειες τσέπες
μην τα μαλώσει η μάνα τους
που όλη τη νύχτα παίζανε κρυφά με το φεγγάρι.
Γιάννης Ρίτσος
Ονειρο Καλοκαιρινού Μεσημεριού (απόσπασμα)
Ritsos
τογυάλια, κάθουνται μπρος σ' ένα τραπέζι ολόγιομο βιβλία
και λένε κάθε μέρα τα ίδια λόγια που μυρίζουν κλειστό
ντουλάπι με άδεια ποτήρια[1]
[Κάθε φορά που ένα πεφτάστερο κρεμιόταν στον αέρα, λέγαμε πως
μια χορδή έσπασε απ' τα μαντολίνα των αγγέλων και περι-
μέναμε ύστερ' απ' το φως ν' ακούσουμε τον ήχο.
(Αυτό μας τόχε μάθει ο δάσκαλος: πρώτα το φως μας φτάνει κι
ο ήχος ύστερα).
Ο δάσκαλος δεν ήξερε τι λέει.
Εμείς ακούγαμε μαζί το φως και το τραγούδι. 1] Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού, Δοκιμασία, Π
θυρο, κάτω
απ' την επίδραση του αποσπερίτη, ανέβαζα τ' αριστερό μου χέρι
ν' αγγίξω τα χείλη μου, αργά, προσεχτικά, αφηρημένα, γύρω – γύρω
σα νάταν να βοηθήσω στο σχηματισμό μιας άγνωστης λέξης ή σα νάταν
να στείλω κάπου ένα φιλί αναβλημένο.
Κείνα τα χρόνια,
πολλές φορές, σεργιανώντας μονάχη στον κήπο, μούχε τύχει
νάρχεται αθόρυβα πίσω απ' τη ράχη μου η σελήνη, και ξάφνου
να μου σκεπάζει με τις δυο παλάμες της τα μάτια. "Ποιος είμαι", ρω-
τούσε.
"Δεν ξέρω, δεν ξέρω", αποκρινόμουν για να με ξαναρωτήσει.
Εκείνη δε ρωτούσε πια. Χαλάρωσε τα δάχτυλά της. Έστρεφα πίσω.
Οι δυο μας, πρόσωπο με πρόσωπο. Το δροσερό μαγουλό της
πάνω στο μάγουλο μου˙ κι όλο το χαμόγελό της – της το άρπαζα κ' έ-
τρεχα˙
με κυνηγούσε ολόγυρα στο συντριβάνι.
Κάποια νύχτα
μ' έπιασε επ' αυτοφόρω η μητέρα: "Με ποιον κουβεντιάζεις;".
"Κυνηγούσα τη γάτα μη φάει τα χρυσόψαρα", αποκρίθηκα. "Ανόητη",
είπε η μητέρα˙ "δεν εννοείς να μεγαλώσεις". Κείνη τη στιγμή,
όντως η γάτα τρίφτηκε στα πόδια μου. Ένα μεγάλο χρυσόψαρο
τινάχτηκε έξω από το συντριβάνι. Το άρπαξε η γάτα
και κρύφτηκε μες στις τριανταφυλλιές. Φώναξα. Την κυνήγησα –
(τρόμαξα μη μου φάει τόνα χέρι της σελήνης)˙ κ' η μητέρα με πίστεψε…
Εκείνο το "δεν εννοείς να μεγαλώσεις", είχε πάψει από καιρό να με πι-
κραίνει-
τόνιωθα μάλιστα, έτσι κάπως σαν προνόμιό μου – η άλλη μου όραση, η
κρυφή χαρά μου.[1]
[1] Χρυσόθεμις, Τ.Δ., σσ. 167,169..Α', σ. 353.


