Κυριακή 17 Ιουνίου 2007

Ellis Island ..Το νησί των δακρύων

Από 1892 έως το 1954, πάνω από δώδεκα εκατομμύρια μετανάστες πήγαν στις Ηνωμένες Πολιτείες μέσω του Ellis island ένα μικρό νησί στο λιμάνι της Νέας Υόρκης
Οι εγκαταστάσεις του νησιού άνοιξαν σαν πύλη μεταναστων την 1η Ιανουαρίου 1892
Η Annie Moore, μια μικρή ιρλανδέζα 13 χρονών ,που συνοδευόταν από τους δυό της αδελφούς ήταν ο πρώτος πρώτος μετανάστης που καταγραφηκε στο νησί
.


Καράβια απ’όλα τα λιμάνια της Ευρώπης μεταφέρουν φτωχούς μετανάστες στη «γη της επαγγελίας»
Στην Ελλάδα ο μεταναστευτικός πυρετός θα κορυφωθεί την εικοσαετία 1900-1920 και η χώρα θα χάσει το 8% του συνολικού της πληθυσμού. Περίπου 25.000 άνθρωποι εγκαταλείπουν ετησίως, μια χώρα οικονομικά εξουθενωμένη και πολιτικά αβέβαιη και ξεκινούν για τη “Γη της Επαγγελίας” που υπόσχεται πλούτο και ευημερία, “ευκαιρίες” και στους λιγότερο τυχερούς. Οι Έλληνες που μετανάστευαν στις υπερπόντιες χώρες, εκτός από τη σωματική ικανότητα, δε διέθεταν άλλο προσόν. Έφταναν στον Πειραιά και αντίκριζαν για πρώτη φορά θάλασσα και βαπόρια. Ήταν αγράμματοι, λίγοι είχαν τελειώσει το Δημοτικό, “άβγαλτοι” και αθώοι, στερημένοι άνθρωποι, πού δεν είχαν συνείδηση της δύναμής τους, ούτε φυσικά των δικαιωμάτων τους.

Δηλαδή το κατάλληλο υλικό για εκμετάλλευση.

Μεγάλο ρόλο έπαιξαν και οι πράκτορες των μεταναστευτικών γραφείων και των ατμοπλοϊκών εταιρειών που διαφήμιζαν τον πλούτο και τις ευκαιρίες που παρουσιάζει η Αμερική. Ενδεικτικό του ότι οι Έλληνες πήγαιναν με πρόθεση να μείνουν προσωρινά στην Αμερική, είναι το γεγονός ότι έφευγαν μόνο άντρες σε αντίθεση με τους μετανάστες από άλλες χώρες. Έτσι άδειαζε ο τόπος από το πιο ζωντανό και παραγωγικό κομμάτι του πληθυσμού. Έφευγαν οι Έλληνες, με την ελπίδα να γυρίσουν σύντομα με χρήματα, για να ξεχρεώσουν το κτήμα τους, να κάνουν μια δουλειά στον τόπο τους, να προικίσουν τις αδελφές τους. Και βέβαια κύρια για να γλιτώσουν από την πείνα, τη δυστυχία και την εκμετάλλευση που βασίλευαν στην πατρίδα τους. Δεν ήξεραν όμως συνήθως τι τους περίμενε εκεί.
Μέχρι το 1907 το ελληνικό μεταναστευτικό κύμα προς την Αμερική το διακινούσαν ξένες ατμοπλοϊκές εταιρίες. Οι δύο πρώτες ελληνικές εταιρίες «Μωραΐτης» (1907-1908) και «Υπερωκεάνιος Ελληνική Ατμοπλοΐα» (1910 - 1912) που προσπάθησαν να δημιουργήσουν ελληνική υπερατλαντική γραμμή απέτυχαν και οδηγήθηκαν σε χρεοκοπία. Η «Εθνική Ατμοπλοία της Ελλάδος» των αδελφών Εμπειρίκου όμως, κυριάρχησε στο χώρο των υπερωκεανίων για 30 ολόκληρα χρόνια (1908-1937). Άρχισε τις εργασίες της με την παραλαβή το 1909 από τα αγγλικά ναυπηγεία του υπερωκεάνιου «Πατρίς»


Αν κρίνουμε από τις «φρικτές» συνθήκες διαβίωσης κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, στα μεταναστευτικά υπερωκεάνια, ιδιαίτερα εκείνα της πρώτης περιόδου (1907-1937), οι μετανάστες θεωρούνταν «φορτίο». Αρκεί να σκεφτούμε ότι πλοία μόλις 5-6 χιλιάδων τόνων, μετέφεραν έως 1.200-1.300 επιβάτες, σε ταξίδια που συχνά ξεπερνούσαν τις 20-22 ημέρες. Οι δοκιμασίες των φτωχών μεταναστών, οι οποίοι ελάχιστα νοιάζονταν για ανέσεις, που ποτέ άλλωστε δεν είχαν γευτεί, άρχιζαν πολύ πριν το ταξίδι. Οι περισσότεροι αγνοούσαν τις μεγάλες δυσκολίες που τους περίμεναν στο Νέο Κόσμο, τον οποίο εκατοντάδες μεσίτες μετανάστευσης (επάγγελμα που ανθούσε τα χρόνια εκείνα), παρουσίαζαν ως νέα Γη της Επαγγελίας. Με την ελπίδα λοιπόν ότι στην ξένη χώρα θα αποκτήσουν ό,τι χρειάζονται για να επιστρέψουν εφοδιασμένοι για μια καλύτερη ζωή, αγωνίζονταν να πάρουν την πολυπόθητη άδεια μετανάστευσης για την Αμερική, τόπο απαγορευμένο για παράδειγμα σε όσους υπέφεραν από τραχώματα (διαδεδομένη νόσο την εποχή εκείνη). Όσοι τα κατάφερναν, πριν την επιβίβαση στο πλοίο, υποβάλλονταν σε ξεψείριασμα και εμβολιασμό.
Η αναχώρησή τους γινόταν σε ατμόσφαιρα πανηγυρική, με την μπάντα του δήμου να παίζει στο λιμάνι του Πειραιά, τα βαπόρια να σφυρίζουν και τα μαντήλια να ανεμίζουν στα σημαιοστόλιστα πλοία και στην αποβάθρα, καθώς ανταλλάσσονταν οι τελευταίοι χαιρετισμοί. Έπειτα άρχιζαν τα βάσανα
Οι μετανάστες «πακετάρονταν» κυριολεκτικά στους χώρους κάτω από το κυρίως κατάστρωμα σε απελπιστικά στενούς χώρους. Τα υποφράγματα αυτά καθορίζονταν μόνο την τελευταία μέρα πριν από τον κατάπλου. Από την πρώτη κιόλας ημέρα, η πολυκοσμία, οι αναθυμιάσεις των εμετών, η απόπνοια των σωμάτων των επιβατών και η έλλειψη στοιχειώδους καθαριότητας έκαναν την ατμόσφαιρα αποπνικτική.

«Τρεις μέρες προχωρήσαμε, την Τρίτη νύχτα μεσάνυχτα, το πλοίο χάλασε, χωρίς να καταλάβουμε τίποτα εμείς. Μονάχα οι πλοίαρχοι και οι μηχανικοί το ήξεραν και αντί για μπρος γύριζε πίσω. Το διόρθωσαν και άρχισε πάλι να πηγαίνει, αλλά ψεύτικο διόρθωμα, έκανε μονάχα οκτώ μίλια. Δύο ώρες με τα πόδια, μια με το πλοίο Αυστροαμερικάνα. Έγερνε και στα πλάγια. Τεντωνόμασταν χάμω και πιάναμε το νερό της θάλασσας όταν ήταν γαλανή. Όταν ο καιρός ήταν μαύρος, φίδια μας έτρωγαν. Η ψυχή του κόσμου ήταν βυθισμένη στο φόβο. Για φαγητό έσφαζαν και μας έδιναν κάτι παλιάλογα. Καμιά εβδομάδα τη βγάλαμε μ΄ αυτά που είχαμε ψωνίσει στην Πάτρα, αλλά σωθήκανε. Μας έδιναν κάτι ρέγκες με σκουλήκια, χαλασμένες τις πετάγαμε. Ζούσαμε μέσα σ΄ αυτή τη φρίκη, από κάτω θάλασσα και από πάνω ουρανός. Έπειτα άρχισε να κοχλάζει η ψείρα. Κάθονταν όρθιες στα πανωφόρια των επιβατών, άσπρες με ουρά. Σε λίγες μέρες με την αργοπορία του πλοίου, το νερό λιγόστεψε. Τρεις χιλιάδες κόσμος που ήμασταν μέσα διψάσαμε. Μαζευόμασταν μυρμήγκια με τις βίκες μπροστά στα ντεπόζιτα και κει γινόταν χαλασμός».

Φθάνοντας στην Νέα Υόρκη το πλοίο περνώντας κοντά από το άγαλμα της Ελευθερίας κατέληγε σε ένα από τους «ντόκους» στο Μανχάταν ή απέναντι στο Χομπόκεν. Εκεί αποβιβάζονταν οι επιβάτες της πρώτης και δεύτερης θέσεως και ξεφορτώνονταν οι αποσκευές τους για να περάσουν από τον τελωνειακό έλεγχο. Οταν αυτός τελείωνε οι επιβάτες παραδίδανε τις αποσκευές του σιδηροδρόμου και χάνονταν στο πολύβουο Μανχάταν.


Η μέρα όμως των μεταναστών μόλις άρχιζε. Ύστερα από μια ατελείωτη αναμονή στο πλοίο προκειμένου να τελειώσουν οι έλεγχοι, άρχιζαν να κατεβαίνουν επιτέλους τη σκάλα του πλοίου, φορτωμένοι με τις αποσκευές τους. Η διαφορά ήταν καταφανής, ενώ οι επιβάτες των άλλων θέσεων που είχαν παραδώσει όλες τις αποσκευές τους στους αχθοφόρους, καθώς γύριζαν στον τόπο τους ύστερα από λίγων εβδομάδων απουσία μπορούσαν να στείλουν τα ογκώδη μπαούλα τους κατευθείαν στον προορισμό τους, οι μετανάστες που έρχονταν για μόνιμη εγκατάσταση έπρεπε να κουβαλήσουν ότι είχαν και δεν είχαν μόνοι τους. Έτσι παραφορτωμένοι κατευθύνονταν στις βάρκες της Υπηρεσίας Αλλοδαπών που τους περίμεναν για να τους μεταφέρουν στο περίφημο Ellis Island, γνωστό στους Έλληνες μετανάστες ως «Καστιγγάρι». Εκεί μέσα στις πολύβουες στοές του γραφείου απογραφής, οι μετανάστες υποβάλλονταν στην τελική δοκιμασία. Οι περισσότεροι περνούσαν τον έλεγχο και ξεχνούσαν τις ταλαιπωρίες του ταξιδιού.
Όμως κάθε άρρωστος υποχρεωνόταν να γυρίσει στο πλοίο και παραδινόταν στην ατμοπλοϊκή εταιρία για επαναπατρισμό. Άγρυπνοι επιθεωρητές της Υπηρεσίας Αλλοδαπών μόλις παρατηρούσαν κάποιον ύποπτο, καθώς οι μετανάστες αποβιβάζονταν από τις βάρκες, σημείωναν πάνω στην κάρτα τους κάποιο κωδικό σήμα, προκειμένου να τον προσέξουν ιδιαίτερα οι γιατροί. Αυτοί οι άτυχοι άθλιοι έπρεπε να επιστρέψουν στο λιμάνι της επιβίβασής τους με έξοδα της εταιρίας, γεγονός που τις έκανε προσεκτικές στην επιλογή των επιβατών. Μεγαλύτερο βάρος για τις εταιρίες ήταν οι λαθρομετανάστες, αφού για καθένα που ανακάλυπταν και συλλάμβαναν οι αρχές, πλήρωναν πρόστιμο χίλια δολάρια .

Ο Γιάννης Κάλυκας , ο οποίος ήρθε (στην Αμερική) στα 17 του το 1926 λέει:
«Οι δύο εβδομάδες που πέρασα στο Έλις Άιλαντ ήταν οι πιο άθλιες της ζωής μου. ΄Ήταν Γενάρης, πολύ κρύο και ο ξάδερφός μου στην Αμερική δεν ήξερε ότι ερχόμουν μ΄ εκείνο το πλοίο. Δεν είχα ούτε ένα σέντ στην τσέπη μου, και ήμουν φοβισμένος. Υπήρχε πολύ συνωστισμός. Ακούγονταν λυγμοί και ξεφωνητά από τους ανθρώπους που στέλνονταν πίσω. Η αβεβαιότητα για το τι θα φέρει η επόμενη μέρα ήταν η χειρότερη αίσθηση που δεν την ξαναείχα ούτε πριν ούτε μετά απ΄ αυτό»

Για το φοβερό μαρτύριο, την «ιερά εξέταση» στο Ellis Island, γράφει ο Μπ. Μαλαφούρης στο βιβλίο του- Οι Έλληνες της Αμερικής 1528-1948 (New York, 1948)
«Έλλις Άιλαντ, νησί ελπίδων και αγωνίας! Νησί ολοκληρώσεως πόθων και ματαιώσεως ονείρων! Δράματα ζωής και θανάτου παίχθηκαν μέσα στις αίθουσες όπου εγίνετο η εξέτασις των μεταναστών ή πίσω από τα κάγκελα των κρατητηρίων όπου έμεναν όσοι επρόκειτο να απελαθούν στον τόπο της προελεύσεώς τους...».

Ανεπιθύμητοι, εκτός όσων είχαν μολυσματικές ασθένειες, όπως τραχώματα, ήσαν και όσοι δεν είχαν συγγενείς ή φίλους στην Αμερική που θα εγγυώνταν ότι οι άνθρωποι αυτοί θα βρίσκανε ένα κρεβάτι για να κοιμηθούν ή ένα πιάτο φαΐ για να μην πεθάνουν στην πείνα. Όσοι ακόμη δεν φαινόντουσαν αρκετά γεροί για να δουλέψουν στις σιδηροδρομικές γραμμές, στα μεταλλεία και τόσες άλλες βαριές δουλειές που τόσο πολύ ανθρώπινο υλικό χρειάζονταν τότε. Ακόμη και όσοι θεωρούνταν ύποπτοι για τη δημόσια τάξη.
Από τον μηνιαίο εικονογραφημένο Εθνικό Κήρυκα του Ιουλίου του 1920 :
«... Ο κατάλογος των επιβατών διαιρείται εις τα εξής δύο μέρη: Επιβάται πρώτης και δευτέρας θέσεως και επιβάται τρίτης θέσεως, ή, όπως λέγεται συνήθως, επιβάται του καταστρώματος, εις ους και δίδεται το όνομα μετανάσται... Οι επιβάται όμως της τρίτης θέσεως δεν απολαύουν του προνομίου της επί του πλοίου εξετάσεως. Οφείλουν πάντοτε «συν γυναιξί και τέκνοις» να μεταβούν εις το Έλλις Άιλαντ, όπου την αυτήν ημέραν της αφίξεώς των υποβάλλονται «εις το μαρτύριον» της ιατρικής και μη εξετάσεως... όπου πολλάκις διέρχονται ενώπιον των ιατρών ή άλλων «ιεροεξεταστών» τας χειροτέρας στιγμάς του βίου των...»

Από το 1903 μέχρι το 1908 απαγορεύτηκε η είσοδος περίπου σε 3.500 μετανάστες. Έτσι και στην Αμερική υπήρξε κατ΄ ανάγκη η λαθραία και παράνομη αποβίβαση και μάλιστα σε μεγάλη έκταση.
«Πλεύρισε το καράβι στο λιμάνι, το λιμάνι πατωμένο, το τελωνείο απάνω στα νερά. Φαίνεται πως η Αυστροαμερικάνα έβγαλε πολλούς λαθραίους ελεύθερους να φεύγει ο καθένας για το δικό του μέρος κι οι άλλες εταιρείες παραπονέθηκαν... Ήρθε ο γιατρός κι άρχισε να εξετάζει έναν, έναν. Όποιος ήταν καλός του 'δινε μια κάρτα με μπλε μολύβι και έγραφε επάνω οράϊτ, αμερικάνικα. Όποιος δεν ήταν καλός του΄δινε κάρτα με κόκκινο. Μου 'δωσε κόκκινο ο γιατρός, των άλλων μπλε. Την επαύριο ήρθε πάλι η επιτροπή, μας ξανακοίταξαν, μας έκριναν δεύτερη φορά σκάρτους. Σε τρεις μέρες καινούργια επιτροπή ανώτερη. Μας όρκισαν ότι ποτέ η κυβέρνηση δεν επιτρέπει σε άρρωστους, κλέφτες και εγκληματίες να πατήσουν αμερικανικό έδαφος. Τότε πήραμε απόφαση ότι μας γύριζαν πίσω. Μ΄ έκλεισαν στο μπουντρούμι με τους εξήντα άλλους από διάφορες φυλές. Στις 30 Νοεμβρίου (1907) έρχεται ο διερμηνέας του πλοίου, ένας Κώστας Πυλίας... Μόλις μας έβγαλαν απάνω άρχισε ο νους μου να γυρίζει. Σκεπτόμουν να το σκάσω. Με τη σκούφια, τα παπούτσια λυτά, το πανωφόρι στον ώμο, είπα να μπω σε μια βάρκα να κρυφτώ τη νύχτα, στη σκιά του πλοίου να πέσω στο νερό. Φοβήθηκα μην πνιγώ δεν το 'βρισκα καλό. Αποφάσισα να κάνω τον κόπο να κατέβω απ΄ τη σκάλα. Βάζω τα χέρια πίσω. Κατεβαίνω μπροστά στους κλητήρες. Μπαίνω τάχα για το νερό μου, βρίσκω μια πόρτα, άλλοι κλητήρες μέσα δεν δώσαν σημασία. Στρίβω δεξιά, τραβάω κάτι διαδρόμους, βλέπω γυαλί και απόξω κόσμο να περνάει. Βγαίνω και δεν το πίστευα».











οι μετανάστες, ύστερα από τις ατελείωτες αυτές ταλαιπωρίες πατούσαν επιτέλους το έδαφος της νέας Γης της Επαγγελίας, όπου άλλου είδους περιπέτειες άρχιζαν γι΄ αυτούς....
Στην σελίδα http://www.ellisisland.org/
αφού κάνετε απλή εγγραφή μπορείτε ν’αναζητήσετε
ονόματα δικών σας ανθρώπων επιβατών που κατέφθασαν και επιβιβάστηκαν στο νησί.


Μπορείτε να δείτε τα στοιχεία τους
Το πλοίο με το οποίο έφτασαν

Και τις σχετικές καταγραφές στα αρχεία

Πηγές :
http://www.ellisisland.org/
http://www.tsamantas.com/leute/index.html
http://www.latinamericanstudies.org/ellis-island.htm

Κυριακή 10 Ιουνίου 2007

Μια νεα τάξη στις φυλακές.


Nέα ταξη ανθρώπων και πραγματων στις ελληνικες φυλακές.
Τα σωφρονιστικα καταστηματα μεχρι προτινος χωρος εναπόθεσης κοινωνικων αποβλήτων ,μιασματων ,ατομων του περιθωριου γνωρίζουν πλεον ημερες" δόξης λαμπράς ".
Μελη της "καλης" κοινωνίας επισκεπτονται όλο και συχνότερα τα ευάερα και ευήλια διαμερισματα των εν λογω καταστηματων και μερικα απ’αυτά παραμενουν και για
"διακοπάς μακρας διαρκειας."
Οι ελληνικες φυλακες εχουν γινει πλεον " δημοφιλης προορισμός"
Οι σωφρονιστικοί υπάλληλοι καλούνται να εξυπηρετήσουν από τον απλό κλεφτοπορτοφολά μεχρι τον κ. Πρύτανη και την κ.Ανακριτρια.
Και ενδιαμεσα γιατρούς,μηχανικούς,δικηγόρους ,επιχειρηματιες,
Το υπουργειο Δικαιοσύνης προκειται να ζητησει αυξηση των δαπανων για την σιτιση των κρατουμενων και ειδικα σεμιναρια πραγματοποιουνται στα μαγειρεια των φυλακών προκειμενου το καθημερινό μενου ν’ανταποκρινεται στις γκουρμέ απαιτησεις των νεων του πελατων.
Ευτυχως οι νεες φυλακες που κατασκευαζονται σ’όλη την χωρα μπορουν να προσφέρουν συνθηκες διαμονής τριων αστερων ,ικανες να ικανοποιουν τους υψηλους τους πελατες.
Τα κλεφτρόνια ,οι ξεπεσμενες πόρνες και οι μπουκαδόροι κρυφογελουν χαιρεκακα
υποδεχόμενοι στα κελια τους "συναδελφους" σφυριζοντας μεσα απ΄τα δόντια τους.
«Μεσα κι εσεις ρε πούστηδες…ηρθε και η σειρα σας!»
Οι νεοεισερχομενοι παρατηρούν εκπληκτοι το νεο τους περιβαλλον ,παραδίδουν το laptop και την συλλεκτική τους πένα στον φυλακα και τακτοποιουν προσεκτικα το Αρμανι
κοστουμι τους στο καγκελο του διώροφου κρεβατιού του κελιου τους.
Και αυτή είναι η εύθυμη πλευρα του θεματος.

Υπάρχει και η άλλη .Η θλιβερή.
Αυτή της κοινωνίας της διαφθοράς.
Αρχες,αξίες,ιδανικα ,θεσμοι καταρρεουν καθημερινα .
Καποτε κοιταζαμε με δεος και σεβασμό τον πανεπιστημιακό μας δάσκαλο να μας διδασκει στα αφιθεατρα .
Καποτε θεωρουσαμε αξιοσεβαστο τον κάθε δικαστη κι ειχαμε εμπιστοσυνη στην κρίση και την αποφασή του.
Ο νεος πήγαινε στις αιθουσες των πενεπιστημιων πεπεισμενος πως θα μορφωθεί.
Ο αδικημενος πηγαινε στις αιθουσες των δικαστηρίων πεπεισμενος πως θα δικαιωθεί.
Σημερα τα δυό αυτά θεμελια μιας κοινωνιας , η παιδεια κι η δικαιοσυνη έχουν τρωθεί ανεπανόρθωτα.
Οι υψηλές ποινες που επιβαλλονται άκριτα είναι κινησεις μόνον εντυπωσιασμου.
Μια αγωνιωδης προσπαθεια να εξορκιστει το αμαρτωλό παρελθον και να επανακαμψει η δικαιοσυνη άσπιλη κι αμολυντη.
Η ελευθερη κριση και βουληση των δικαστων πνιγεται κατω από την απειλή πως μια γενναία απόφασή τους μπορεί να κριθεί παρανομη ή εσφαλμένη ,αν δεν είναι αυστηρή.
Και πέφτουν βροχή οι προφυλακίσεις
-Πήγαινε τωρα μεσα και θα δικαιωθείς στο δικαστηριο.
Το κλεφτρόνι εξαντλεί τα όρια της προφυλάκισης .
Ο μεγαλοεπιχειρηματίας βγαίνει με την πρώτη αίτηση αποφυλάκισης ,επικαλούμενος "λόγους υγείας",που γίνονται δεκτοί
Και πέφτουν τα χρόνια σαν στραγαλια στις ποινές.
-Πήγαινε τωρα μεσα και θα δικαιωθεις στο εφετειο.
Κι αν αθωωθείς στο εφετείο "δεν συντρέχει λόγος αποζημίωσης"

Τετοια δικαιοσυνη θελουμε?
Που να εξαντλει την αυστηροτητα της για δημιουργία εντυπώσεων?
Τετοιους δικαστες θελουμε?
Που εξαντλουν το θαρρος τους στην αυστηρή τήρηση του τύπου,αγνοώντας την ουσία ?
Η δικαιοσύνη πρεπει να βαλει βαθιά το μαχαιρι στο κόκκαλο.
Μα πρωτα στο δικό της.
Η γυναικα του Καισαρα δεν πρεπει μονο να φαινεται τιμια.
Πρεπει και να είναι.

Πέμπτη 7 Ιουνίου 2007

Μαλβίνα

(3/2/1954 - 7/6/ 2002)

Σήμερα, ξύπνησα άρρωστη. Με μια εικόνα σφηνω­μένη στο μυαλό μου. Αγελάδες. Με μάζεψαν όπως όπως. Γυμνή. Το υπνοδωμάτιό μου σαν τη Λέρο. Ανάμεσα στα σεντόνια μου μισοσαπισμένα φρούτα. Τους σιχτίρισα. Δεν πτοήθηκαν. Κάτι θα ξέρουν. Αφέθηκα. Με έβαλαν σ’ ένα δωμάτιο κρεμ. Άθλιο. Παράγωνο. Ψεύτες. Είναι λέει η σουίτα. Ξέρω τι μου ετοιμάζουν. Κάνω τον ψόφιο κοριό. Κουβαλάνε όλα τους τα φασιστικά τεχνάσματα. Ορροί. Κομψοτεχνήματα παρακεντήσεων. Περίλυποι γιατροί. Τους λέω όλους “Στέλιο”. Νευριάζουν. Ασπροντυμένες, με τρυφερά νύχια νοσοκόμας ή με νύχια κομμώτριας. Δί­χως πρόσωπο αυτές. Μόνο γυαλιά και ανταύγειες... Τον Εγγονόπουλο θα ζήσω. Μουγκά λοιπόν. Ούτε κιχ. Έκανα πως κοιμάμαι. Έσκυβαν να δουν αν αναπνέω. Ξαφνικά κι απροειδοποίητα, πετούσα δυο τρεις λέξεις απειλητικές. Σαν παραλήρημα. Πανικοβάλλονταν. Λούηδες κι έξω από την πόρτα. Μην κλειδώσεις, είπα... Για να ξαναμπούν. Να τις ξανατρομάξω. Να ξαναφύγουν. Εγώ η ψευτοάρρωστη. Και υγιής. Το ξέρω. Κι αυτοί το ξέρουν. Μου στήσανε τον Κάφκα για να με δοκιμάσουν. Κι άντεξα. Πρώτη φορά στη ζωή μου ξεπέρασα τις προβλέψεις τους για μένα. Κι άντε­ξα. Θα στοιχημάτιζαν δισεκατομμύρια ορρούς για το αντί­θετο. Και τα ‘βγαλα πέρα ένα χειμώνα, ένα καλοκαίρι, έτσι όπως κανείς δεν είχε ποτέ φανταστεί και ιδίως εγώ...
Προχωρημένο Σεπτέμβριο άνοιξα αργά τα μάτια. Ήταν η πρώτη φορά που δεν τους αποπήρα. Σήμερα. Άρχισαν να πλησιάζουν έρποντας. Άφηναν πίσω τους σάλιο ή ίχνη δα­κρύων. Έβγαλα το τσαντάκι με τα καλλυντικά: πούδρες, κραγιόν, τέτοια. Καθρεφτίστηκα στο γυάλισμα του σάλιου τους και βάφτηκα. Ξεθάρρεψαν. Ήρθαν κι άλλοι. Αργά. Γύρω μου. Περίεργοι. Έβγαλα κι εγώ το χέρι από την κου­βέρτα. Τίναξα την πεταλούδα του ορρού σαν μπριγιάν πα­νάκριβο. Που πρέπει να το δει η άλλη. Να καταλάβει πόσο με προτιμάει ο άντρας μου. Αυτηνής δε θα της πάρει ποτέ ολόιδιο και πανάκριβο. Αυτή σε καμιά γωνιά στρίμωγμα, σε κάνα μοτέλ με άλλο όνομα. Εγώ επίσημη. Κι ακριβή. Τρομάξαν με την αγέρωχη κίνηση του χεριού μου. Σκύ­λες, όλες κρύβετε μέσα σας μια μορόζα έτοιμη να μοιχεύ­σει με τον άντρα τής αξιοπρεπούς φίλης σας. Πισωπατή­σατε δειλοί συνωμότες. Την ξέρετε την κίνηση. Αναγνω­ρίσατε την ανωτερότητα της νόμιμης. «Πίσω και σας έφα­γα». Όχι. Το ‘πνιξα. Σιγά μην προδοθώ πριν να σας απορυθμίσω παντελώς και ολοκληρωτικά. Τα άσπρα σάς μαράνανε.
Το χέρι άνοιξε την τσάντα. Έκανα πως ψάχνω πεντοχί­λιαρα. Αν εδώ είναι όντως νοσοκομείο, έχω μάθει πως τα λεφτά και νεκρούς ανασταίνουν. Ζυγώσατε ξανά. Και την επιταγή θέλετε. Ας είναι μεταχρονολογημένη. Αρχίσατε να ονειρεύεστε πως θα μου χώσετε φαρμακωμένους ορρούς και άλλα τέτοια τελειωτικά. Πριν με ξεκάνετε να με πιέσετε να βάλω την υπογραφή από πίσω. Να πάτε να ει­σπράξετε. Φτωχοδιάβολοι. Λες και δεν σας είχα δει που ψάχνατε την τσάντα μου ενώ λαγοκοιμόμουν. Δυστυχι­σμένα ορφανά. Ευτυχώς που εγώ γλίτωσα και δεν είμαι πλέον σαν κι εσάς. Και χόρτασα. Και λεφτά. Και οικογέ­νεια κι αγάπη. Κυρίως αγάπη. Στο μέτωπο αγγίγματα-φι­λιά. Και πλάι στα χείλη. Εγώ που μέχρι πέρυσι αν με άγ­γιζες ακόμα και εξ αποστάσεως, ούρλιαζα «πίσω μου σε έχω σατανά».
Εγώ χόρτασα. Ένα χειμώνα αγάπη.Μια άνοιξη ελπίδα. Κι ένα καλοκαίρι προοπτική. Ολόκληρο προοπτικές. Εγώ, η ξεγραμμένη. Χρειάστηκε να ξεγραφτώ για να μπορέσω και να συμμορφωθώ και να αγαπήσω και να αγγίξω και να ανταποδώσω και τα πάντα. Εγώ. Όχι πια ορφανή. Γεμάτη. Επαρκής. Μισοσίγουρη. Και “ωραία”, όπως με ήθελα. Με μακριά μαλλιά. Να ερεθίζουν ώμους και πλάτη.


(Ενα από τα τελευταία της κείμενα γραμμενο στο νοσοκομείο)

Good Morning!

Why you don't ?

Κυριακή 3 Ιουνίου 2007

Ονειρο καλοκαιρινου μεσημεριου



Χτές βράδυ δεν κοιμηθήκαν καθόλου τα παιδιά.
Είχανε κλείσει ένα σωρό τζιτζίκια στο κουτί των μολυβιών
και τα τζιτζίκια τραγουδούσαν κάτου απ'το προσκεφάλι τους
ένα τραγούδι που το ξέραν τα παιδιά από πάντα
και το ξεχνούσαν με τον ήλιο.

Χρυσά βατράχια κάθονταν στις άκρες των ποδιών
χωρίς να βλέπουν στα νερα την σκιά τους
κι ήτανε σαν αγάλματα μικρά
της ερημιάς και της γαλήνης.

Τότε το φεγγάρι σκόνταψε στις ιτιές κι έπεσε στο πυκνό χορτάρι.
Μεγάλο σούσουρο έγινε στα φύλλα.

Τρέξανε τα παιδιά ,πήραν στα παχουλά τους χέρια το φεγγάρι
κι όλη τη νύχτα παίζανε στον κάμπο.

Τώρα τα χέρια τους είναι χρυσά ,τα πόδια τους χρυσά,
κι όπου πατούν αφήνουνε κάτι μικρά φεγγάρια στο νοτισμένο χώμα.

Μα ευτυχώς οι μεγάλοι που ξέρουνε πολλά ,δεν καλοβλέπουν.
Μονάχα οι μάνες κάτι υποψιάστηκαν.

Γι αυτό τα παιδιά κρύβουνε τα χρυσωμένα χέρια τους
στις άδειες τσέπες
μην τα μαλώσει η μάνα τους
που όλη τη νύχτα παίζανε κρυφά με το φεγγάρι.

Γιάννης Ρίτσος
Ονειρο Καλοκαιρινού Μεσημεριού (απόσπασμα)

Ritsos

Τ' αδέρφια μας κάνουν χωρίστρα τα μαλλιά τους, φοράνε μα-
τογυάλια, κάθουνται μπρος σ' ένα τραπέζι ολόγιομο βιβλία
και λένε κάθε μέρα τα ίδια λόγια που μυρίζουν κλειστό
ντουλάπι με άδεια ποτήρια[1]
[Κάθε φορά που ένα πεφτάστερο κρεμιόταν στον αέρα, λέγαμε πως
μια χορδή έσπασε απ' τα μαντολίνα των αγγέλων και περι-
μέναμε ύστερ' απ' το φως ν' ακούσουμε τον ήχο.
(Αυτό μας τόχε μάθει ο δάσκαλος: πρώτα το φως μας φτάνει κι
ο ήχος ύστερα).
Ο δάσκαλος δεν ήξερε τι λέει.
Εμείς ακούγαμε μαζί το φως και το τραγούδι. 1]
Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού, Δοκιμασία, Π


Αργά το απόγευμα, χειμώνα – καλοκαίρι, στον κήπο, ή εδώ στο παρά-
θυρο, κάτω
απ' την επίδραση του αποσπερίτη, ανέβαζα τ' αριστερό μου χέρι
ν' αγγίξω τα χείλη μου, αργά, προσεχτικά, αφηρημένα, γύρω – γύρω
σα νάταν να βοηθήσω στο σχηματισμό μιας άγνωστης λέξης ή σα νάταν
να στείλω κάπου ένα φιλί αναβλημένο.
Κείνα τα χρόνια,
πολλές φορές, σεργιανώντας μονάχη στον κήπο, μούχε τύχει
νάρχεται αθόρυβα πίσω απ' τη ράχη μου η σελήνη, και ξάφνου
να μου σκεπάζει με τις δυο παλάμες της τα μάτια. "Ποιος είμαι", ρω-
τούσε.
"Δεν ξέρω, δεν ξέρω", αποκρινόμουν για να με ξαναρωτήσει.
Εκείνη δε ρωτούσε πια. Χαλάρωσε τα δάχτυλά της. Έστρεφα πίσω.
Οι δυο μας, πρόσωπο με πρόσωπο. Το δροσερό μαγουλό της
πάνω στο μάγουλο μου˙ κι όλο το χαμόγελό της – της το άρπαζα κ' έ-
τρεχα˙
με κυνηγούσε ολόγυρα στο συντριβάνι.
Κάποια νύχτα
μ' έπιασε επ' αυτοφόρω η μητέρα: "Με ποιον κουβεντιάζεις;".
"Κυνηγούσα τη γάτα μη φάει τα χρυσόψαρα", αποκρίθηκα. "Ανόητη",
είπε η μητέρα˙ "δεν εννοείς να μεγαλώσεις". Κείνη τη στιγμή,
όντως η γάτα τρίφτηκε στα πόδια μου. Ένα μεγάλο χρυσόψαρο
τινάχτηκε έξω από το συντριβάνι. Το άρπαξε η γάτα
και κρύφτηκε μες στις τριανταφυλλιές. Φώναξα. Την κυνήγησα –
(τρόμαξα μη μου φάει τόνα χέρι της σελήνης)˙ κ' η μητέρα με πίστεψε…
Εκείνο το "δεν εννοείς να μεγαλώσεις", είχε πάψει από καιρό να με πι-
κραίνει-
τόνιωθα μάλιστα, έτσι κάπως σαν προνόμιό μου – η άλλη μου όραση, η
κρυφή χαρά μου.[1]
[1] Χρυσόθεμις, Τ.Δ., σσ. 167,169..Α', σ. 353.

Παρασκευή 1 Ιουνίου 2007

Πέμπτη 31 Μαΐου 2007

Το υπόλοιπο



Ενα υπόλοιπο τριών ημερών.
Ξεχασμένο, έτοιμο να χαθεί.
Μα είμαι πάλι εδώ.
Να λέω καλημέρα στον Ταύγετο

Και ένα βουνό
Είναι ένα ποίημα

που σου γυρεύει να τ’ ακούσεις
Νικηφόρος Βρεττάκος
.

Σάββατο 26 Μαΐου 2007

Χόρεψε !!


dancing
Τώρα δεν χρειάζεσαι δυό πόδια για να χορέψεις.
Χόρεψε όσο θέλεις λοιπόν.
Στο καλό .


"Να γίνουν εξαίρεση οι αλμπάνηδες ρε παιδια, όχι ο κανόνας
... "

Παρασκευή 18 Μαΐου 2007

Ενας χρόνος Αqua


Εκλεισε κι όλας ένας χρόνος από τότε που η μπλοκόσφαιρα είχε την χαρά και την τιμή να υποδεχτεί το πρώτο μου blog .
Δηλαδή είναι ακριβώς ενας χρόνος και κατι μέρες,..αλλα δεν πειράζει...σήμερα το πήρα χαμπάρι.
Ολο αυτό τον καιρό τα blogs μου πολλαπλασιάστηκαν , έγιναν τεσσερα και εκτιμώντας την μεγάλη αξία μου ,μου έκαναν την τιμή να με καλέσουν να συμμετέχω και σ'ενα κοινό
Eνα χρόνο μετά ακόμα δεν ξέρω γιατί τα άνοιξα και γιατί τα διατηρώ.
Είναι η ανάγκη για έκφραση.
Είναι η ανάγκη για επικοινωνία.
Είναι η ανάγκη να καταγραψεις σκέψεις.
Να πεις απόψεις,να βγαλεις θυμό ,να πεις αυτά που δεν μπορείς να πεις σ'αυτους που θέλεις
ή σ'αυτούς που δεν μπορούν να σ'ακούσουν
Καθενα απ'αυτά κι όλα αυτα μαζί.
Δεν ξέρω για πόσο καιρό ακόμα θα γράφω.
Ξέρω μόνο πως το blog βόηθησε σε μια δύσκολη περίοδο να μαζέψω τις σκέψεις μου.
Κι όσο παραμενει ενας δικός μου χώρος ,που θα γραφω αυτά που θελω, οταν θελω ....
θα 'χετε την χαρα και την τιμή να με διαβάζετε!

Κυριακή 13 Μαΐου 2007

Στα μωρά μου...


αποψε θαρθω
τον ύπνο σου γλυκα να σου φιλήσω
την πόρτα θ’ανοίξω πλατιά
να μπούν του ονείρου πουλια

αποψε θαρθω
αγκαλια μου να σε νανουρίσω
νεραιδες ,ιππότες ,αστέρια
σου φέρνουν τα δυό μου τα χέρια

αποψε θαρθω
το κορμί σου ζεστα να σκεπάσω
την πόρτα θα κλείσω απαλα
μην φύγουν του ονείρου τα πουλια.

...στα "μωρά " μου ...που μεγάλωσαν πια
28/5/06

Πέμπτη 10 Μαΐου 2007

Η Aqua αυτοπαρουσιάζεται !




Η πρόσκληση ήρθε από τον Αυτοκράτορα
Και βέβαια δεν μπόρεσα να αρνηθώ.
Ορίστε λοιπόν

1. Η απόλυτη ευτυχία για σας είναι;
Που είσαστε τώρα εδώ και με διαβάζετε .
(δεν έχω ξαναδεί τόσο κόσμο στο blog μου!)
2. Τι σας κάνει να σηκώνεστε το πρωί;
Η περιέργεια.
(τι θα μου σκάσει πάλι σήμερα ?)
3. Η τελευταία φορά που ξεσπάσατε σε γέλια;
Όταν είδα την πρόσκληση του Μάρκου.
(ποιόν ενδιαφέρουν οι απαντήσεις μου ?)
4. Το βασικό γνώρισμα του χαρακτήρα σας είναι;
H εμμονή στον τύπο
(σπασαρχ…ω με λένε οι φίλοι-δεν φταίω για την λέξη-αυτοί την λένε )
5. Το βασικό ελάττωμά σας;
Tο βάρος μου.
(ηταν η μικρή λεπτομέρεια που δεν μου επέτρεψε να διαπρέψω στην πασαρέλα)
6. Σε ποια λάθη δείχνετε τη μεγαλύτερη επιείκεια;
Στα δικά μου
(των άλλων είναι ασυγχώρητα)
7.Με ποια ιστορική προσωπικότητα ταυτίζεστε περισσότερο;
Με την δικιά μου
(είμαι τόσο γριά που σε λίγο θα μείνω στην ιστορία)
8. Ποιοι είναι οι ήρωές σας σήμερα;
Η Μαριέττα
(γιατί δεν μασάει!)
9. Το αγαπημένο σας ταξίδι;
Ν.Σμύρνη-Κορυδαλλός
(γι αυτό και το κάνω κάθε μέρα!!)
10. Οι αγαπημένοι σας συγγραφείς;
Οι Bloggers!
(είσαστε σπάνια ταλέντα ρε παιδιά!)
11. Ποια αρετή προτιμάτε σε έναν άντρα;
Τα γεμάτα παντελόνια τους.
(σπανίζουν τελευταία και κατάντησαν αρετή)
12. … και σε μια γυναίκα;
Τα πάντα
(οι γυναίκες έχουν μόνο αρετές)
13. Ο αγαπημένος σας συνθέτης;
Ο Μάρκος
(όχι αυτός ... ο Βαμβακάρης)
14. Το τραγούδι που σφυρίζετε κάνοντας ντους;
Μαύρη …μαύρη …μαύρη
(χωρίς σχόλια παρακαλώ …!)
15. Το βιβλίο που σας σημάδεψε;
Το «Κεφάλαιο» του Μάρξ
(όταν στα μέσα της χούντας με βρήκε ο πατέρας μου
να το διαβάζω και μου το πέταξε στο κεφάλι – ακόμα φαίνεται το σημάδι)
16. Η ταινία που σας σημάδεψε;
«Το σημάδι του Ζορό»
(κι αυτό το σημάδι το’χω ακόμα)
17. Ο αγαπημένος σας ζωγράφος;
Η Οπυ Ζούνη
(αυτά που ζωγραφίζει τα κάνω κι εγώ!)
18. Το αγαπημένο σας χρώμα;
Το μωβ
(τέτοιο χρώμα δεν έχουν καλέ τα 500ευρα?)
19. Ποια θεωρείτε ως τη μεγαλύτερη επιτυχία σας;
Την δουλειά μου
(αφού δεν μ’έδιωξαν ακόμα )
20. Το αγαπημένο σας ποτό;
Το Perrie
(όλο ούζο, ούζο το βαρέθηκα)
21. Για ποιο πράγμα μετανιώνετε περισσότερο;
Που άνοιξα blog
(δεν ξέρω τι να γράψω γμτ!)
22. Τι απεχθάνεστε περισσότερο απ’ όλα;
Που δεν αφήνετε 268 σχόλια σε κάθε ποστ !!
(γιατί δηλαδή καλύτερα γράφει ο doncat?)
23. Όταν δεν γράφετε, ποια είναι η αγαπημένη σας ασχολία;
Να τρώω
(εξ ού και η αποτυχία μου ως μοντέλα)
24. Ο μεγαλύτερος φόβος σας;
Να μην γίνει βιβλίο το blog μου
(γιατί θα σκάσει η Ψιλικατζού!)
25. Σε ποια περίπτωση επιλέγετε να πείτε ψέματα;
Δεν λέω ποτέ ψέματα
(ε,καλά μην το πάρετε και τοις μετρητοίς!)
26. Ποιο είναι το μότο σας;
Δεν έχω μοτό.
(μ’αυτοκίνητο κυκλοφορώ)
27. Πώς θα επιθυμούσατε να πεθάνετε;
Φτου...φτου ..φτου !Δεν θέλω να πεθάνω καλέ!
(μα κάνουν τέτοιες ερωτήσεις κ.Προύστ ?)
28. Εάν συνέβαινε να συναντήσετε τον Θεό, τι θα θέλατε να σας πει;
Τι να μου πεί ?
Όταν τον συναντήσω θα’ναι αργά.
29. Σε ποια πνευματική κατάσταση βρίσκεστε αυτόν τον καιρό;
Επίπεδο αμοιβάδας
(δεν φάνηκε στις απαντήσεις?)

Και η πρόσκληση πάει ......
σε όποιον θέλει ν'αυτοπαρουσιαστεί
στ'αστεία ή στα σοβαρά!

Τετάρτη 9 Μαΐου 2007

Η Ροζ Λίστα


Σύμφωνα με την Independent παρουσιάστηκε στην Μ.Βρεττανία
η Pink List για το έτος 2007
Πρόκειται για ένα κατάλογο διάσημων ανδρών και γυναικών της
βρεττανικής κοινωνίας ,οι οποίοι δηλώνουν δημόσια ότι είναι
ομοφυλλόφιλοι.Ανάμεσά τους αλλιτέχνες,συγγραφείς,επιχειρηματίες,
επιστήμονες ,στρατιωτικοί και βουλευτές.
Προφανώς αυτή η δημοσιοποίηση σκοπό έχει να δείξει πως οι
ομοφυλλόφιλοι μπορούν παράλληλα να είναι σημαντικοί και
ικανοί στον χώρο τους και να βοηθήσει να σπάσει η κοινωνική
προκατάληψη σε βάρος τους.
Αυτό το θάρρος τους θα το καταλάβαινα και θα το επικροτούσα
πριν κάμποσα χρόνια,όταν οι κοινωνίες είχαν στο περιθώριο τους
ομοφυλλόφιλους.
Στις σημερινές κοινωνίες ιδίως της ευρώπης και της αμερικής
όχι μόνο είναι πλήρως ενταγμένοι και αποδεκτοί αλλά διακρίνονται
σε διαφορους τομείς και προβάλλονται αφειδώς κι απ'όλα τα Μ.Μ.Ε.
Ποιος ενδιαφέρεται σήμερα, κι ας πούμε για τη χώρα μας, για τις
σεξουαλικές ή άλλες προσωπικές προτιμήσεις και επιλογές του
οιποιουδήποτε διάσημου ή μη?
Τι με ενδιαφέρει τι κάνει ο κάθε κύριος κι η κάθε κυρία στο
κρεβάτι της?
Ο καθένας κρίνεται για την προσωπικότητα και τις ικανότητές του .
Τους μόνους που ίσως ενδιαφέρει είναι οι κίτρινες σελίδες του τύπου
και οι μεσημεριάτικες τηλεοπτικές εκπομπές.
Φοβάμαι πως στην προσπάθειά τους να διεκδικήσουν κοινωνική
ισότητα έφτασαν στο άλλο άκρο.
Με το να δημοσιοποιούν περιφερόμενοι άκριτα τις ιδιαίτερα
προσωπικές τους επιλογές και να κραυγάζουν προκλητικά γι
αυτές μάλλον οδηγούν την κοινή γνώμη να τους χαρακτηρίζει
το λιγότερο "γραφικούς".
Και τέλος πάντων όλους αυτούς τους Sir της Pink List θα τους
έβγαζα το καπέλο αν τους έβλεπα να υπερασπίζονται δημόσια
ομοφυλλόφιλους όπου και αν αυτοί διώκονται για την επιλογή
τους αυτή κι όχι στις βελούδινες πολυθρόνες του Albert Hall.

Κυριακή 6 Μαΐου 2007

Ελληνας θα πει..




Με κρασί και τραγούδι
Έλληνας θα πει δύο και δύο τέσσερα στη γη.
Όχι δύο και δύο είκοσι δύο στον ουρανό.
Έλληνας θα πει να τελείς στους νεκρούς τις χοές της Ηλέκτρας.
Όχι κεριά στους νεκρόλακκους και δηνάρια στο σακούλι του
τουρκόπαπα.
Έλληνας θα πει να προσκυνάς τακτικά στους Δελφούς το γνώθι σαυτόν. Όχι να κάνεις εξομολόγηση στους αγράμματους πνευματικούς και στους μαύρους ψυχοσώστες.
Έλληνας θα πει να σταθείς μπροστά στη στήλη του Κεραμεικού και να διαβάσεις το επιτύμβιο:
στάθι και οίκτιρον
Σταμάτα και δάκρυσε, γιατί δεν ζω πια.
Και όχι να σκαλίζεις πάνω σε σταυρούς κορακίστικα λόγια και νοήματα:προσδοκώ ανάσταση νεκρών.
Έλληνας θα πει το πρωί να γελάς σαν παιδί.
Το μεσημέρι να κουβεντιάζεις φρόνιμα.
Και το δείλι να δακρύζεις περήφανα.
Και όχι το πρωί να κάνεις μετάνοιες στα τούβλα.
Το μεσημέρι να γίνεσαι φοροφυγάς στο κράτος και επίτροπος στην ενορία σου.
Και το βράδυ να κρύβεσαι στην κόχη του φόβου σου, και να ολολύζεις σαν βερέμης.
Ακόμη και ο Ελύτης, καθώς εγέρασε το ρίξε στους αγγέλους και στα σουδάρια. Τι απογοήτεψη…
Έλληνας θα πει όσο ζεις, να δοξάζεις με τους γείτονες τον ήλιο και τον άνθρωπο.
Και να παλεύεις με τους συντρόφους τη γη κα τη θάλασσα.
Και σαν πεθαίνεις, να μαζεύονται οι φίλοι γύρω από τη μνήμη σου, να πίνουνε παλιό κρασί και να σε τραγουδάνε…

Απόσπασμα από την "Γκέμμα," του Δ.Λιαντίνη
Πηγή :http://www.liantinis.gr/
Foto:"Tσάμικος και Ζειμπέκικος" του Γιάννη Τσαρούχη

Τρίτη 1 Μαΐου 2007

1η Μάη

1η Μάη
Εδώ πέσαμε. Παιδιά του λαού. Γνωρίζετε γιατί
Γυμνοί κατάσαρκα φορώντας τις σημαίες
η Ελλάδα τις έραψε με ουρανό και άσπρο κάμποτο
Ακούσατε τις ομοβροντίες στα μυστικόφωτα αττικά χαράματα
Είδατε τα πουλιά που πέταξαν αντίθετα στις σφαίρες
αγγίζοντας με τα φτερά τους τον ανατέλλοντα πυρφόρου
Είδατε τα παράθυρα της γειτονιάς ν' ανοίγουν στο μέλλον.
Eμείς μερτικό δε ζητήσαμε. Τίποτα.
Μόνον θυμηθείτε το αν η ελευθερία
δε βαδίσει στα χνάρια του αίματός μας
εδώ θα μας σκοτώνουν κάθε μέρα.
Γεια σας.



(Γ. Ρίτσος)

Σάββατο 28 Απριλίου 2007

Ο διάφεγγος βυθός και τ' άγριο κύμα



Θέλω να γράψω για τη θάλασσα.
Γι αυτή την μεγάλη μου αγάπη.
Δεν ξέρω γιατί και ποια αρχέγονη δύναμη μ'ενώνει μαζί της .
Κάτι με τραβάει συνέχεια κοντά της.
Μόνο εκεί νοιώθω καλά.
Δεν έχω την τύχη να την βλέπω καθε πρωί ανοίγοντας τα παράθυρά μου , μα πάντα βρίσκω τρόπο να την βλέπω , έστω και για λίγο από μακριά.
Αλλαξα την διαδρομή για το γραφείο και κάνω χιλιόμετρα παραπάνω μόνο για να την βλέπω.
Και κάθε μεσημέρι περιμένω την στροφή στη μεγάλη εναέρια γέφυρα για να την δω από ψηλα να στραφταλίζει.
Σαν να περιμένει να γυρίσω για να μου χαμογελάσει


Από παιδί την έβλεπα κάθε μέρα.
Απ'τη βεράντα του πατρικού την καμάρωνα ν'απλώνεται μακριά ,
όσο πιάνει το μάτι , να γυαλίζει αστραφτερή .
Και τις μέρες του καλοκαιριού να παίζω μαζί της ολημερίς ,
μέχρι το δέρμα των δαχτύλων να φουσκώσει απ΄το νερό και τα χείλη απ'τ'αλάτι..
Κι όταν μεγάλωσα έφτιαξα το καταφύγιό μου κοντά της
Οταν είμαι εκεί έχω την τύχη να την βλέπω καθε πρωί ανοίγοντας τα παράθυρά μου .
Τα βράδυα του καλοκαιριού να με νανουρίζει με το γλυκό της τραγούδι
και τα βράδυα του χειμώνα ν'ακούω τον άγριο θυμό της .
Οταν κολυμπώ νοιώθω ένα μαζί της.
Νοιώθω κομμάτι της .
Γι αυτό και ποτέ δεν κολυμπάω σαν τους άλλου ανθρώπους .
Πάντα κάτω απ'το νερό και με τα μάτια ανοιχτά να βλέπω την ψυχή της.
Εχετε δει τα χρώματά της από κάτω Απ΄τα βάθη της προς την επιφάνεια?
Εκει που οι ακτίνες του ήλιου σπάνε το μπλέ της σε δεκάδες άλλα μπλέ.



Πέφτω συχνά με μάσκα και αναπνευστήρα .
Για να μην κάνω διακοπές για ανάσες.
Οσοι κάνουν υποβρύχιο μπορούν να με καταλάβουν.
Δεν ξέρω αν ο καλύτερος σκηνογράφος θα μπορούσε να στήσει ένα τόσο μαγικό σκηνικό. Χρώματα παντού ,κατάφυτα βράχια,ανεμώνες ,πίνες ,σωλήνες κι αχινοί.
Σπηλιές θαλασσινές ,στενα μονοπάτια ανάμεσα σε βράχια κι εκεί που στρίβεις
ξαφνικά απύθμενα σκοτεινα βάραθρα .
Ασημένια ψάρια να κολυμπούν νωχελικά ,να κρύβονται τρομαγμένα όταν σ'άντικρύζουν ή να σ'ακολουθούν ,να σε τριγυρίζουν,να σε τσιμπούν , να παίζουν μαζί σου.

Αν δεν ήμουν άνθρωπος θά'θελα να 'μουν ψάρι για να ζω μέσα της
ή γλάρος για να ζω κοντά της.
Κι αν ήμουν άντρας θά'θελα να μαι ναυτικός ή ψαράς ,για να'μαι κάθε μέρα μαζί της.
Εχετε δει τα χρώματά της το πρωί?
Τότε που φεύγει η νύχτα κι έρχεται η αυγή.Εκεί που το μαύρο τ'ουρανού δίνει τη θέση του στο σκούρο μπλέ και μετα στο μαβί.
Κι ο ουρανός είναι ένα με τη θάλασσα
Δεν ξεχωρίζεις τη γραμμή.κι είναι και τα νερά μαβιά
Και καθώς ξανοίγει η μέρα ξανοίγουν και τα χρώματα.
Το μωβ φτάνει στο ροδί και μετά στο πορτοκαλί καθώς ο ήλιος ανεβαίνει . Κι οταν σκάσει ο φωτεινός του κύκλος χιλιάδες χρυσαφιές ακτίνες χοροπηδούν τρελλά στα γαλάζια νερά της


Μ'αρέσει να στέκω στην άκρη της και να την κοιτώ.
Να την κοιτώ ν'άλλάζει ,τα κύματα να 'ρχονται το 'να πίσω απ' τ'αλλο., να σκάνε μ'ορμή ,ν'αφρίζουν και να γυρίζουν πίσω.
Για να ξανάρθουν σε λίγο..και πάλι απ'την αρχή.
Να κοιτάζω μακριά ,όσο φτάνει το μάτι ,ν'ανοίγει η ψυχή μου ,
να ονειρεύομαι ταξίδια ,να νοιώθω ελεύθερη .
Πνίγομαι σα βρεθώ σε μέρος που δεν έχει θάλασσα.
Θέλω να 'μαι κοντα της και να νοιώθω πως σαν χρειαστεί μπορώ να φύγω, να πετάξω μακριά.
Γι αυτό κι από τους ποιητές νοιώθω τον Καββαδία.
Ταξιδεύω μαζί του στο Μακάο,στη Σαγκάη,τη Βαρκελώνα και τη Τενερίφα.
Στο Μαρακές ,τη Μπούρμα ή τη Μπατάβια.
Γιατί αυτός ξέρει .
Ξέρει
Κάτι που θα 'κανε γοργά να φύγει το κοράκι,
που του γραφέιου σας πάντοτε σκεπάζει τα χαρτιά
να φύγει κρώζοντας βραχνά, χτυπώντας τα φτερά του,
προς κάποιαν ακατοίκητη κοιλάδα του Νοτιά.

Καίσαρ, από ένα θάνατο σε κάμαρα,
κι από ένα χωματένιο πεζό μνήμα,
δε θα 'ναι ποιητικότερο και πι' όμορφο,
o διάφεγγος βυθός και τ' άγριο κύμα?

Δευτέρα 23 Απριλίου 2007

Την ώρα που μας άφηνε το τελευταίο χαμόγελο της νύχτας



ΠΑΙΔΙ μελαχροινό με τα γαλάζια μάτια
με τα πυκνά μαλλιά που τα χτένισε η θάλασσα
παιδί με το ανεύθυνο βάδισμα που ποτέ δε ρωτούσε τη γη
περήφανο παιδί που αρνιόσουνα την εκκλησία της Κυριακής
που έφτιαχνες χαρταετούς και πλοία με τα τετράδια της αριθμητικής
θυμάσαι το γέρο καπετάνιο
που ξέχασε το λιμάνι κοιτάζοντας τ' αστέρια
για να κερδίσει τη νιότη τραγουδώντας τη θάλασσα;

Έτσι την ώρα που μας άφηνε
το τελευταίο χαμόγελο της νύχτας
και δεν είχαμε άλλο πλοίο να μπαρκάρουμε
κ' είταν οι προκυμαίες χωρίς φανάρια κ' επιβάτες
απαντήσαμε τον ίσκιο μας ω παιδί της θάλασσας
απαντήσαμε σένα μ' ένα φεγγάρι ανοιξιάτικο στα χέρια
να βηματίζεις μονάχο στ' ακρογιάλι ανάμεσα στα βράχια
όπου ρεμβάζουν γαλήνια τα καβούρια κ' οι φώκιες.

Γιάννης Ρίτσος
" Το εμβατήριο του ωκεανού" ( απόσπασμα )
(1939 – 1940)

Τετάρτη 18 Απριλίου 2007

Ενοικος!



Τ' αρχοντικό στέκει εγκαταλελειμένο στην άκρη του λιμανιού θυμίζοντας δόξες του παρελθόντος .
Χαρακτηριστικά της αρχιτεκτονικής της περιοχής
τα κιονόκρανα και οι καμάρες του.
Η φωτογραφία βγήκε βιαστικά ,
για να τ'αποτυπώσει.
Στο σπίτι πια ζουμάροντας τυχαία σ'ενα κιονόκρανο
αποκαλύφθηκε ο ένοικός του!


Ενοχλήθηκε τάχα από την αδιάκριτη παρουσία μας

ή ποζάρισε φιλάρεσκα?

Δευτέρα 16 Απριλίου 2007

Εμ...δεν έμεινα!



Εγώ ήμουνα που το ΄λεγα?
Εμ...δεν έμεινα!
Τα μάζεψα πρωί-πρωι και κατα το μεσημεράκι πίσω στο κλεινόν άστυ
Τώρα το βλέπω απ'τις φωτογραφίες.
Πίσω στην χαβούζα,στη μιζέρια ,στην ταλαιπωρία.
Τα μαντατα ήρθαν με το πάτησα που το πόδι μου.
Πάντα όταν λείπω ,λες και την φυλάνε ,γίνονται όλα.
Μαλλον την φυλάνε
Νοιώθω αηδία.
Θέλω να τα βροντήξω όλα .
Να τους τα πετάξω στη μούρη.
Τις θέσεις τους και τις καρέκλες τους μαζί με τα τραπεζάκι και τα σαλονάκια .
Φτιάχτημα γαμώτο ,δεν πρόλαβα να'ρθω.
Καποιοι άνθρωποι είναι πολύ άρρωστοι.
Αρρωστοι στο μυαλό και την ψυχή.
Μια ζωή στο τίποτα κι ανασφαλείς μόλις τους δοθεί λίγη εξουσία ψηλώνουν δέκα πόντους.
Γίνονται άνθρωποι.
Μ' αν τολμήσεις να τους ακουμπήσεις γίνονται σκυλιά μαύρα.
Εγωισμός,κουτοπονηριά, νταηλίκι ,μικροψυχία.
Λένε για τις "γυναικούλες".
Μα έχω δεί και κάτι άντρες...
Γαμώ τα παντελόνια που φοράνε!